Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

4. Κέπφος

Ένα πρωί βγήκα να επιθεωρήσω την εξωτερική μεριά του φάρου. Χτυπούσα με το χέρι το ψηλό κτίσμα σαν για να ελέγξω εάν τάχα ήτανε σταθερό κι έπειτα αφουγκραζόμουν κι ίσως λόγω της βοής της θάλασσας, φανταζόμουν πως ξεχώριζα ήχους να έρχονται πίσω απ’ τον τοίχο και λόγια που σχεδόν βγάζαν νόημα. Χτυπούσα λοιπόν ακόμη πιο πολύ ώσπου σκέφτηκα πως εάν συνέχιζα έτσι ίσως ο φάρος να κατέρρεε κι ανήσυχος σταμάτησα. Πόσοι και πόσοι δεν ψάχνουμε μια αφορμή μονάχα για να σωριαστούμε;

Έτσι προχώρησα να εξερευνήσω το νησί. Κοιτώντας πάνω απ’ τον φάρο είχα διαπιστώσει πως ήταν μακρόστενο κι είχα υπολογίσει πως δεν έπρεπε να ξεπερνά τα τριάμιση χιλιόμετρα. Βρέθηκα λοιπόν να περπατώ ανάμεσα στα δέντρα τα οποία στην μέση του νησιού πυκνώνανε σε συστάδα και εκεί στην καρδιά του βγήκα σ’ ένα μικρό ξέφωτο. Μικρές πράσινες κάμπιες σέρνονταν σε σειρές κάτω απ’ τα δέντρα, έσκυψα, πήρα μία στην χούφτα μου κι αυτή τυλίχθηκε γύρω από τον παράμεσό μου σαν δαχτυλίδι. Τότε πρόσεξα παραξενεμένος πως εκεί παραδίπλα υπήρχε ένα μικρό μονοπάτι. Το περπάτησα και βγήκα σε μια μικρή παραλία με βότσαλα κι εκεί βρήκα να στέκει ένα μαύρο πουλί με λευκά φτερά και κατακόκκινα πόδια που αμέσως το ταύτισα με μια εικόνα που είχα δει μεσ’ στον κανονισμό: ήταν ένας κέπφος. Με πρόσεξε κι αυτός και φαινόταν μάλιστα να με περιεργάζεται ακριβώς όπως τον περιεργαζόμουν κι εγώ όταν ξάφνου πέταξε κι ήρθε μπροστά μου, σήκωσε το κεφάλι ψηλά σαν για να με δει κι έπειτα μου έδωσε μια δυνατή μυτιά στο παπούτσι κι εγώ ένοιωσα έναν μικρό πόνο μα περισσότερο ξαφνιάστηκα από αυτήν την απρόσμενη κίνηση! Μείναμε για λίγο ακίνητοι κι οι δυο κι έπειτα πέταξε μακριά. Το υπόλοιπο νησί γύρω-γύρω ήτανε απόκρημνος βράχος.

Επέστρεψα με μια ικανοποίηση από την εξόρμησή μου μα όπως μπήκα στο δωμάτιο με περίμενε μια έκπληξη. Διότι κάποιος είχε στρώσει το τραπέζι. Πιάτο με φαγητό, ποτήρι με κρασί, ψωμί, το κερί αναμμένο και η καρέκλα τραβηγμένη πίσω, έτοιμη για να καθίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου