Διότι υπήρξα πράγματι φαροφύλακας κι ήταν σ' έναν άνεργο φάρο. Αν και
κατά κάποιον τρόπο διαπιστώνω πως μου είναι αδύνατο να υπολογίσω για
πόσον καιρό ακριβώς –ήτανε τάχα για μήνες; για χρόνια; για ιστορικές
εποχές;– όμως υπήρξα αληθινά και θα το ορκιζόμουνα και στους θεούς αν
χρειαζόταν.
Ήτανε μια στιγμή που, πιο πολύ από άσκοπο πείσμα, πάλευα να ξετρυπώσω ένα τάλιρο που μου είχε πέσει στο λιθόστρωτο κι είχε χαθεί κάτω από έναν παρατημένο πάγκο όταν με πλησιάσανε δυο τύποι με καπέλα και μου είπανε για την θέση. Έκανα λοιπόν πως με ενδιέφερε να κερδίσω το χρήμα που μόλις έχασα:
– Κι η αμοιβή; ρώτησα με ενδιαφέρον.
– Θα πληρωθείς με το ίδιο νόμισμα! μου είπαν.
Και μετρούσα τόσες πολλές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις τα τελευταία χρόνια, που ένιωσα ξάφνου την ανάγκη να συμφωνήσω κι εγώ με κάτι, κι έτσι δέχτηκα.
Όταν ύστερα από ένα σπασμωδικό ταξίδι, που κράτησε μια ολόκληρη μέρα, έφτανα στον φάρο, είχα μαζί μου όλα τα διαπιστευτήρια: παιδιάστικα όνειρα, ενήλικες αυταπάτες κι ενδόμυχες ελπίδες για μια συντέλεια, μα όπως διαπίστωσα εκεί δεν με περίμενε κανείς. Κι αλήθεια, ποιος θα μπορούσε πράγματι να με περιμένει; Διότι αυτός ήτανε ένας φάρος σβηστός και ξεχασμένος, σ’ ένα ακρωτήρι που βρισκότανε πια έξω απ’ τις γραμμές των καραβιών, έξω απ’ τις ρότες, κι αναρωτήθηκα αν ήταν τάχα το υπηρεσιακό καθήκον που τον κρατούσε καθηλωμένο κι άνεργο εκεί στην άκρη του βράχου και στο επίμονο κύμα, ή κάποια δεισιδαιμονία, ίδια μ’ αυτές που κρατούν εμάς προσηλωμένους σε θρησκείες, σε αλήθειες και ψέματα.
Ο οδηγός στο καΐκι που με άφησε, λεγότανε Δούρης και μαζί ξεφορτώσαμε κουτιά με τρόφιμα και πέντε μεγάλες νταμιτζάνες με πόσιμο νερό και υποσχέθηκε να με εφοδιάζει κάθε εβδομάδα. "Εκτός αν έχει καιρό! τότε πεθαίνεις!" φώναξε κι εγώ γέλασα αβέβαια για να μοιάσει πως έκανε χιούμορ. Δεν ξέδεσε αμέσως και παρέμεινε να με παρακολουθεί σάμπως για να βεβαιωθεί πως πράγματι, θα έμπαινα στον φάρο. Ακολούθησα ένα μικρό μονοπάτι, με σκόρπια σκαλιά λαξεμένα στον βράχο, που με έβγαλε στον Φάρο. Ένα μικρό, λευκό σπιτάκι που έδενε δίπλα στο ψηλό κτίσμα.
Όπως στάθηκα μπροστά στην είσοδο δέχθηκα τον ψεκασμό της θάλασσας και σκούπισα με την παλάμη το νοτισμένο μου πρόσωπο. Η πόρτα ήτανε ξύλινη και φθαρμένη, βαμμένη με ένα γυαλιστερό καφεκόκκινο χρώμα, που είχε ραγίσει και σπάσει παντού στις άκρες, κι όπως δοκίμασα το χερούλι, διαπίστωσα πως ήτανε κλειδωμένη. Έτσι έψαξα με το χέρι ψηλά, πάνω απ' το γείσο τής πόρτας, σαν να ήξερα, και πράγματι, σχεδόν έπεσε επάνω μου ένα μεγάλο κλειδί, σκουριασμένο από την υγρασία και τα χρόνια, και το ένιωσα παράξενα οκείο μέσ' στην παλάμη, υγρό και ζεστό λες και μόλις τώρα να το 'χε αφήσει κάποιο χέρι. Άνοιξα κι όταν μπήκα στο γυμνό χολάκι διαπίστωσα πως πέρα από την σκάλα στα δεξιά, που οδηγούσε προς τα επάνω, υπήρχε και μια άλλη προς τα κάτω κι αναρωτήθηκα τί μπορεί να υπάρχει τάχα κάτω από έναν φάρο. Μια μισάνοιχτη πόρτα εμπρός με περίμενε και μπήκα σ' ένα μεγάλο δωμάτιο και μόνο η τουαλέτα ήτανε ξέχωρα χτισμένη. Γυμνό δωμάτιο με λίγα πράγματα: δύο κρεβάτια, ένα κομοδίνο, κοντές κουρτίνες στα μικρά παράθυρα, ένα γραφειάκι και στον τοίχο πάνω από αυτό, ένα ράφι με βιβλία. Όλα τα έπιπλα ξύλινα και σκασμένα απ' την αλμύρα.
Αργότερα, που βολεύτηκα, πλησίασα και κοίταξα τις ράχες των βιβλίων: άγνωστα βιβλία, τα περισσότερα αφορούσανε φάρους και θάλασσα. Τράβηξα ένα λεύκωμα που έφερε τον τίτλο "Ο Άνεργος Φάρος" γραμμένο με σκούρο μπλε μελάνι σ' ένα σκληρό εξώφυλλο δίχως άλλα διακριτικά. Ξεφύλλισα κι είδα πως μέσα ήταν όλο χειρόγραφο. Άνοιξα στην πρώτη σελίδα και διάβασα: "Διότι υπήρξα πράγματι φαροφύλακας κι ήταν σ' έναν άνεργο φάρο." Αυτή η πρόταση μου έφερε σύγκρυο και βιάστηκα να το κλείσω και να το αφήσω στην άκρη. Αργότερα που το έψαξα δεν το βρήκα και πιστεύω πως στην πραγματικότητα πρόκειται για τις ίδιες σημειώσεις που καταπιάστηκα να γράφω εδώ τώρα.
Ήτανε μια στιγμή που, πιο πολύ από άσκοπο πείσμα, πάλευα να ξετρυπώσω ένα τάλιρο που μου είχε πέσει στο λιθόστρωτο κι είχε χαθεί κάτω από έναν παρατημένο πάγκο όταν με πλησιάσανε δυο τύποι με καπέλα και μου είπανε για την θέση. Έκανα λοιπόν πως με ενδιέφερε να κερδίσω το χρήμα που μόλις έχασα:
– Κι η αμοιβή; ρώτησα με ενδιαφέρον.
– Θα πληρωθείς με το ίδιο νόμισμα! μου είπαν.
Και μετρούσα τόσες πολλές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις τα τελευταία χρόνια, που ένιωσα ξάφνου την ανάγκη να συμφωνήσω κι εγώ με κάτι, κι έτσι δέχτηκα.
Όταν ύστερα από ένα σπασμωδικό ταξίδι, που κράτησε μια ολόκληρη μέρα, έφτανα στον φάρο, είχα μαζί μου όλα τα διαπιστευτήρια: παιδιάστικα όνειρα, ενήλικες αυταπάτες κι ενδόμυχες ελπίδες για μια συντέλεια, μα όπως διαπίστωσα εκεί δεν με περίμενε κανείς. Κι αλήθεια, ποιος θα μπορούσε πράγματι να με περιμένει; Διότι αυτός ήτανε ένας φάρος σβηστός και ξεχασμένος, σ’ ένα ακρωτήρι που βρισκότανε πια έξω απ’ τις γραμμές των καραβιών, έξω απ’ τις ρότες, κι αναρωτήθηκα αν ήταν τάχα το υπηρεσιακό καθήκον που τον κρατούσε καθηλωμένο κι άνεργο εκεί στην άκρη του βράχου και στο επίμονο κύμα, ή κάποια δεισιδαιμονία, ίδια μ’ αυτές που κρατούν εμάς προσηλωμένους σε θρησκείες, σε αλήθειες και ψέματα.
Ο οδηγός στο καΐκι που με άφησε, λεγότανε Δούρης και μαζί ξεφορτώσαμε κουτιά με τρόφιμα και πέντε μεγάλες νταμιτζάνες με πόσιμο νερό και υποσχέθηκε να με εφοδιάζει κάθε εβδομάδα. "Εκτός αν έχει καιρό! τότε πεθαίνεις!" φώναξε κι εγώ γέλασα αβέβαια για να μοιάσει πως έκανε χιούμορ. Δεν ξέδεσε αμέσως και παρέμεινε να με παρακολουθεί σάμπως για να βεβαιωθεί πως πράγματι, θα έμπαινα στον φάρο. Ακολούθησα ένα μικρό μονοπάτι, με σκόρπια σκαλιά λαξεμένα στον βράχο, που με έβγαλε στον Φάρο. Ένα μικρό, λευκό σπιτάκι που έδενε δίπλα στο ψηλό κτίσμα.
Όπως στάθηκα μπροστά στην είσοδο δέχθηκα τον ψεκασμό της θάλασσας και σκούπισα με την παλάμη το νοτισμένο μου πρόσωπο. Η πόρτα ήτανε ξύλινη και φθαρμένη, βαμμένη με ένα γυαλιστερό καφεκόκκινο χρώμα, που είχε ραγίσει και σπάσει παντού στις άκρες, κι όπως δοκίμασα το χερούλι, διαπίστωσα πως ήτανε κλειδωμένη. Έτσι έψαξα με το χέρι ψηλά, πάνω απ' το γείσο τής πόρτας, σαν να ήξερα, και πράγματι, σχεδόν έπεσε επάνω μου ένα μεγάλο κλειδί, σκουριασμένο από την υγρασία και τα χρόνια, και το ένιωσα παράξενα οκείο μέσ' στην παλάμη, υγρό και ζεστό λες και μόλις τώρα να το 'χε αφήσει κάποιο χέρι. Άνοιξα κι όταν μπήκα στο γυμνό χολάκι διαπίστωσα πως πέρα από την σκάλα στα δεξιά, που οδηγούσε προς τα επάνω, υπήρχε και μια άλλη προς τα κάτω κι αναρωτήθηκα τί μπορεί να υπάρχει τάχα κάτω από έναν φάρο. Μια μισάνοιχτη πόρτα εμπρός με περίμενε και μπήκα σ' ένα μεγάλο δωμάτιο και μόνο η τουαλέτα ήτανε ξέχωρα χτισμένη. Γυμνό δωμάτιο με λίγα πράγματα: δύο κρεβάτια, ένα κομοδίνο, κοντές κουρτίνες στα μικρά παράθυρα, ένα γραφειάκι και στον τοίχο πάνω από αυτό, ένα ράφι με βιβλία. Όλα τα έπιπλα ξύλινα και σκασμένα απ' την αλμύρα.
Αργότερα, που βολεύτηκα, πλησίασα και κοίταξα τις ράχες των βιβλίων: άγνωστα βιβλία, τα περισσότερα αφορούσανε φάρους και θάλασσα. Τράβηξα ένα λεύκωμα που έφερε τον τίτλο "Ο Άνεργος Φάρος" γραμμένο με σκούρο μπλε μελάνι σ' ένα σκληρό εξώφυλλο δίχως άλλα διακριτικά. Ξεφύλλισα κι είδα πως μέσα ήταν όλο χειρόγραφο. Άνοιξα στην πρώτη σελίδα και διάβασα: "Διότι υπήρξα πράγματι φαροφύλακας κι ήταν σ' έναν άνεργο φάρο." Αυτή η πρόταση μου έφερε σύγκρυο και βιάστηκα να το κλείσω και να το αφήσω στην άκρη. Αργότερα που το έψαξα δεν το βρήκα και πιστεύω πως στην πραγματικότητα πρόκειται για τις ίδιες σημειώσεις που καταπιάστηκα να γράφω εδώ τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου