<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241</id><updated>2011-11-22T14:22:45.526-08:00</updated><title type='text'>Ο Άνεργος Φάρος</title><subtitle type='html'>Διότι υπήρξα πράγματι φαροφύλακας κι ήταν σ' έναν άνεργο φάρο...</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>13</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-6954450569831502918</id><published>2027-06-29T07:44:00.000-07:00</published><updated>2009-07-12T01:22:55.224-07:00</updated><title type='text'>1. Άνεργος Φάρος</title><content type='html'>Κι όμως υπήρξα πράγματι φαροφύλακας. Αν και κατά κάποιον τρόπο διαπιστώνω πως μου είναι αδύνατο να υπολογίσω για πόσον καιρό ακριβώς –ήτανε τάχα για μήνες; για χρόνια; για ιστορικές εποχές;– όμως υπήρξα αληθινά και θα το ορκιζόμουνα και στους θεούς αν χρειαζόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήτανε μια στιγμή που, πιο πολύ από άσκοπο πείσμα, πάλευα να ξετρυπώσω ένα τάλιρο που μου είχε πέσει στο λιθόστρωτο κι είχε χαθεί κάτω από έναν παρατημένο πάγκο όταν με πλησιάσανε δυο τύποι με καπέλα και μου είπανε για την θέση. Έκανα λοιπόν πως με ενδιέφερε να κερδίσω το χρήμα που μόλις έχασα:&lt;br /&gt;– Κι η αμοιβή; ρώτησα με ενδιαφέρον.&lt;br /&gt;– Θα πληρωθείς με το ίδιο νόμισμα! μου είπαν.&lt;br /&gt;Και μετρούσα τόσες πολλές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις τα τελευταία χρόνια που ένοιωσα ξάφνου την ανάγκη να συμφωνήσω και εγώ με κάτι κι έτσι δέχθηκα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ύστερα από ένα σπασμωδικό ταξίδι που κράτησε μια ολόκληρη μέρα, έφτανα στον φάρο, είχα μαζί μου όλα τα διαπιστευτήρια: παιδιάστικα όνειρα, ενήλικες αυταπάτες και ενδόμυχες ελπίδες για μια συντέλεια, μα όπως διαπίστωσα εκεί δεν με περίμενε κανείς. Κι αλήθεια, ποιος θα μπορούσε πράγματι να με περιμένει; Διότι αυτός ήτανε ένας φάρος σβηστός και ξεχασμένος σ’ ένα ακρωτήρι που βρισκότανε πια έξω απ’ τις γραμμές των καραβιών, έξω απ’ τις ρότες κι αναρωτήθηκα αν ήταν τάχα το υπηρεσιακό καθήκον που τον κρατούσε καθηλωμένο και άνεργο εκεί στην άκρη του βράχου και στο επίμονο κύμα ή κάποια δεισιδαιμονία, ίδια μ’ αυτές που κρατούν εμάς προσηλωμένους σε θρησκείες και άλλες αλήθειες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο οδηγός στο καΐκι που με άφησε λεγότανε Δούρης και μαζί ξεφορτώσαμε κουτιά με τρόφιμα και πέντε μεγάλες νταμιτζάνες με πόσιμο νερό και υποσχέθηκε να με εφοδιάζει κάθε εβδομάδα. "Εκτός αν έχει καιρό! τότε πεθαίνεις!" φώναξε αστειευόμενος. Δεν ξέδεσε αμέσως και παρέμεινε να με παρακολουθεί σάμπως να βεβαιωθεί πως θα έμπαινα στον φάρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως στάθηκα μπροστά στην είσοδο δέχθηκα τον ψεκασμό της θάλασσας κι έψαξα με το χέρι ψηλά, πάνω απ' το γείσο τής πόρτας. Σχεδόν έπεσε επάνω μου ένα μεγάλο, σκουριασμένο κλειδί και το ένοιωσα ζεστό μέσ' στην παλάμη. Άνοιξα κι όταν μπήκα διαπίστωσα πως πέρα από την σκάλα που οδηγούσε προς τα επάνω υπήρχε και μια άλλη προς τα κάτω και αναρωτήθηκα τι μπορεί να υπάρχει τάχα κάτω από ένα φάρο. Μια πόρτα οδηγούσε στο δωμάτιο που θα διέμενα και μπήκα. Ήταν ένα πολυχρηστικό δωμάτιο και μόνο η τουαλέτα ήτανε ξέχωρα χτισμένη. Λίγα πράγματα: δύο  κρεβάτια, ένα κομοδίνο, ένα γραφειάκι και στους τοίχους ράφια με βιβλία. Όλα ξύλινα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργότερα που βολεύτηκα πλησίασα και κοίταξα τις ράχες των βιβλίων. Άγνωστα βιβλία, τα περισσότερα αφορούσανε φάρους και θάλασσα. Τράβηξα ένα που έφερε τον τίτλο "Ο Άνεργος Φάρος", άνοιξα την πρώτη σελίδα και διάβασα: "Κι όμως υπήρξα πράγματι φαροφύλακας." Αυτή η πρόταση μου έφερε ένα σύγκρυο και βιάστηκα να το κλείσω και να το αφήσω στην άκρη. Αργότερα που το έψαξα δεν το βρήκα, χάθηκε, και πιστεύω πως στην πραγματικότητα πρόκειται για το ίδιο βιβλίο που καταπιάστηκα να γράφω εδώ τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SJnpufQUDhI/AAAAAAAAAA4/VpAAYXNyB3g/s1600-h/%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://1.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SJnpufQUDhI/AAAAAAAAAA4/VpAAYXNyB3g/s320/%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5231469427040718354" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-6954450569831502918?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/6954450569831502918/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=6954450569831502918' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/6954450569831502918'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/6954450569831502918'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/06/blog-post.html' title='1. Άνεργος Φάρος'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SJnpufQUDhI/AAAAAAAAAA4/VpAAYXNyB3g/s72-c/%CE%BA%CF%8D%CE%BC%CE%B1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-5515599880743425952</id><published>2026-07-05T23:53:00.000-07:00</published><updated>2009-03-15T10:42:19.200-07:00</updated><title type='text'>2. Φαντάνγκο</title><content type='html'>Κι εκεί, στην μυρωδιά της υγρασίας, τον υπόκωφο βόμβο του κύματος και με την κούραση μιας ζωής, ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα έναν ύπνο βαθύ σαν βάπτισμα που με ξύπνησε φαροφύλακα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια απ’ τις βασικές έγνοιες λοιπόν εκείνης της πρώτης ημέρας ήταν να λειτουργήσω τον φάρο. Στο γραφείο βρήκα ακουμπισμένα δύο μεγάλα, σκληρόδετα βιβλία: το ένα μαύρο, έφερε με ασημένια γράμματα τον τίτλο "Κανονισμός", το άλλο με γαλάζιο εξώφυλλο έγραφε "Βιβλίο Συμβάντων" και είχε μοναχά λευκές σελίδες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καταπιάστηκα λοιπόν να διαβάζω τον Κανονισμό μα αμέσως διαπίστωσα παραξενεμένος πως αυτός αποτελούταν από φύλλα κομμένα από άλλα βιβλία, δεμένα και κομμένα ώστε να ταιριάζουν σε σχήμα έτσι που από ορισμένες σελίδες να έχουν κοπεί μέχρι και γράμματα. Ένα αλλοπρόσαλλο συνοθύλευμα από κείμενα, φαινομενικά τουλάχιστον άσχετα μεταξύ τους, με τυχαίους αριθμούς σελίδας, διαφορετικούς τύπους γραμμάτων κ.τ.λ. Πρόσεξα πως ήτανε χωρισμένα σε ενότητες. Υπήρχε για παράδειγμα η ενότητα "Λειτουργία του Φάρου" όμως εκεί το πρώτο πράγμα που συναντούσε κανείς ήτανε μια σελίδα με καλλιγραφικές ασκήσεις για το γράμμα Φ από κάποιο βιβλίο του Δημοτικού και αμέσως μετά το απόκομμα μιας εφημερίδας με ένα άρθρο για τους κεραυνούς και μια ακαθόριστη ασπρόμαυρη φωτογραφία που μάλλον παρουσίαζε σκοτεινιασμένα σύννεφα. Η ενότητα "Ευθύνες του Φαροφύλακα" πάλι, ξεκινούσε με μια μελέτη για το πώς χορευόταν το φαντάνγκο στα περίχωρα της Σεβίλλης στα τέλη του 19ου αιώνα και ακολουθούσε ένα από εκείνα τα σχεδιαγράμματα με τις αριθμημένες πατούσες που παρουσίαζε τα βήματα. Πιάστηκα κι εγώ λοιπόν να προσπαθώ να μάθω μέσα από μια δυσνόητη απεικόνιση και δίχως μουσική τα βήματα ενός ξεχασμένου χορού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια στιγμή βρέθηκα στο δώμα του φανού να επιθεωρώ τον μηχανισμό. Φαινόταν λοιπόν πως έκαιγε λάδι μα όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα πουθενά, κι εγώ, διάολε, είχα μια βαθιά έγνοια να ανάψω τον φανό και να φανώ αντάξιος αυτής της θέσης. Ψάχνοντας στο δωμάτιο πρόσεξα πως ψηλά στον τοίχο υπήρχε ένα εικονοστάσι και ανέβηκα σε μια καρέκλα για να το φτάσω. Εκεί υπήρχε μοναχά μια γκραβούρα κομμένη κι αυτή από κάποιο βιβλίο, κυρτωμένη από την πολυκαιρία, που παρίστανε μια γυναικεία μορφή δίχως φωτοστέφανο. Το μάτι μου στάθηκε λιγάκι στο όμορφο πρόσωπο που φώτιζε ένα γλυκό χαμόγελο. Μπροστά, όπως είχα προβλέψει, υπήρχε ένα σβησμένο καντήλι, το πήρα, συμπλήρωσα λίγο μαγειρικό λάδι κι έπειτα ανέβηκα και το απόθεσα μέσα στην λάμπα κι εκεί το άναψα. Εντάξει, το φως ήτανε λιγοστό μα ούτως ή άλλως το σκοτάδι ποτέ δεν κερδίζεται πραγματικά και τέλος πάντων, εδώ έκανα μια ταπεινή αρχή που ίσως εξελισσόταν σε θρίαμβο κι αν αυτός είναι ένας θρίαμβος απίθανος τότε δεν δικαιούται τάχα μια φρούδα ελπίδα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπειτα βγήκα στο μπαλκόνι κι εκεί καταπιάστηκα να στερεώνω δυο πεσμένα σίδερα. Πέρα μακριά αστράφτανε κεραυνοί από μια καταιγίδα που κατέφθανε. Πλάγιοι κεραυνοί που ξεκινούσαν μέσα απ’ τα σύννεφα και μέσα στα σύννεφα χάνονταν και σκέφτηκα πως ίσως τελικά έπρεπε να είχα διαβάσει εκείνο το απόκομμα. Σε λίγο έφτασε ένας τρελός αέρας με βροχή που έκανε ένα παντζούρι από κάτω να χτυπά μανιασμένα, σχεδόν ρυθμικά και τότε με μια ξαφνική παρόρμηση άρχισα να χορεύω ένα υποτιθέμενο φαντάνγκο. Ήδη είχα αρχίσει να μου γίνεται φανερό πως ο Κανονισμός ήταν ένα βιβλίο που έπρεπε να μελετήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://bp3.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SHBw_uzPCSI/AAAAAAAAAAY/EZvI22qhM_g/s1600-h/Faros01.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer;" src="http://bp3.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SHBw_uzPCSI/AAAAAAAAAAY/EZvI22qhM_g/s320/Faros01.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5219796208319400226" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-5515599880743425952?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/5515599880743425952/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=5515599880743425952' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/5515599880743425952'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/5515599880743425952'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/07/blog-post.html' title='2. Φαντάνγκο'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://bp3.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SHBw_uzPCSI/AAAAAAAAAAY/EZvI22qhM_g/s72-c/Faros01.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-7967935392741085202</id><published>2025-07-25T01:03:00.000-07:00</published><updated>2011-11-22T13:58:11.219-08:00</updated><title type='text'>3. Δούρης</title><content type='html'>Τις επόμενες ημέρες άρχισα να εξερευνώ το ιδιόρρυθμο κτίσμα και γρήγορα πίστεψα πως ήξερα πάνω κάτω τα κατόπια και μοναχά την σκάλα που οδηγούσε προς τα κάτω δεν μπόρεσα να κατέβω. Το προσπάθησα δυο-τρεις φορές, όπως τότε που έψαχνα για λάδι, μα ήδη στο πρώτο σκαλί ένοιωθα έναν βαθύ ίλιγγο που υπονοούσε όχι μια κάθοδο αλλά μια πτώση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολύ χρόνο περνούσα στο δώμα, σκυμμένος πάνω από τον μηχανισμό της λάμπας, ένα πολύπλοκο μηχανικό σύστημα από γρανάζια, ιμάντες και μοχλούς που είχαν αρχίσει να σκουριάζουν και πραγματικά ένοιωθα μια μεγάλη έγνοια αν τάχα όλα αυτά ήτανε δυνατόν να λειτουργήσουνε ποτέ ξανά και πάλι με ελαιόλαδο καταπιανόμουν να τρίβω την σκουριά και να καθαρίζω ό,τι μπορούσα και συμπλήρωνα το καντήλι για να συνεχίσει να καίει μα όταν κοιτούσα πέρα, έξω από το τζάμι, έβλεπα μοναχά έναν αφημένο ορίζοντα και μια θάλασσα ξεχασμένη. Χαμογελούσα τότε σχεδόν γαλήνιος γιατί τίποτα δεν δικαιώνει τόσο τον μάταιο αγώνα όσο ένας ανέλπιδος πόλεμος κι επέστρεφα διπλά πεισμωμένος στα μαστορέματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ένατη ημέρα είδα το καΐκι τού Δούρη να καταφθάνει κι έσπευσα. Τράβηξα το σκοινί που μου πέταξε κι όπως το τραβούσα να έρθει κοντά:&lt;br /&gt;– Άργησες δυο ημέρες! του φώναξα.&lt;br /&gt;– Όχι! Εσύ έχασες δυο ημέρες στο μέτρημα!&lt;br /&gt;– Χρειάζομαι λάδι για την λάμπα!&lt;br /&gt;– Ναι! χρειάζεσαι!&lt;br /&gt;Ήμασταν πια κοντά και κοίταξα λίγο καλύτερα το πρόσωπό του να δω εάν με κορόιδευε μα μου φάνηκε σχεδόν αφηρημένος. Άρχισε μέσα από το καΐκι να μου δίνει τα εφόδια κι όπως τα έπαιρνα του εξήγησα:&lt;br /&gt;– Θέλω να βάλω μπρος την λάμπα! μου έχει φάει όλο το ελαιόλαδο.&lt;br /&gt;– Τρέφεστε από την ίδια τροφή!&lt;br /&gt;Κοντοστάθηκα. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.&lt;br /&gt;– Λείπουν και δυο μικρά γρανάζια!&lt;br /&gt;Με κοίταξε παραξενεμένος κι έπειτα πήγε λίγο πιο πίσω, έσκυψε και σήκωσε να δω την καδένα.&lt;br /&gt;– Μου λείπει η άγκυρα, είπε.&lt;br /&gt;Μείναμε για λίγο αμίλητοι κι οι δύο. Έπειτα όταν έκανε να φύγει τον ρώτησα:&lt;br /&gt;– Δεν θα κατέβεις καθόλου;&lt;br /&gt;– Ο φάρος σου, το καΐκι μου! μου φώναξε μέσα απ’ τον πάταγο της μηχανής που έπαιρνε μπρος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργότερα μασουλούσα γαλέτες, έπινα καυτό καφέ, σκεπτόμουν κι υποπτευόμουν πως κι αυτόν κάποτε τον πλησίασαν και του προσέφεραν την θέση του βαρκάρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://bp3.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SImOv9zloRI/AAAAAAAAAAg/cqlLuh0MFjw/s1600-h/%CE%BA%CE%B1%CE%90%CE%BA%CE%B9.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://bp3.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SImOv9zloRI/AAAAAAAAAAg/cqlLuh0MFjw/s320/%CE%BA%CE%B1%CE%90%CE%BA%CE%B9.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5226865797236105490" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-7967935392741085202?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/7967935392741085202/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=7967935392741085202' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/7967935392741085202'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/7967935392741085202'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/07/3.html' title='3. Δούρης'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://bp3.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SImOv9zloRI/AAAAAAAAAAg/cqlLuh0MFjw/s72-c/%CE%BA%CE%B1%CE%90%CE%BA%CE%B9.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-4103101290651264373</id><published>2024-08-05T09:56:00.000-07:00</published><updated>2011-11-22T14:03:27.918-08:00</updated><title type='text'>4. Κέπφος</title><content type='html'>Ένα πρωί βγήκα να επιθεωρήσω την εξωτερική μεριά του φάρου. Χτυπούσα με το χέρι το ψηλό κτίσμα σαν για να ελέγξω εάν τάχα ήτανε σταθερό κι έπειτα αφουγκραζόμουν κι ίσως λόγω της βοής της θάλασσας, φανταζόμουν πως ξεχώριζα ήχους να έρχονται πίσω απ’ τον τοίχο και λόγια που σχεδόν βγάζαν νόημα. Χτυπούσα λοιπόν ακόμη πιο πολύ ώσπου σκέφτηκα πως εάν συνέχιζα έτσι ίσως τα λόγια πραγματικά αρχίζαν να βγάζουν νόημα κι ανήσυχος σταμάτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι προχώρησα να εξερευνήσω το νησί. Κοιτώντας πάνω απ’ τον φάρο είχα διαπιστώσει πως ήταν μακρόστενο κι είχα υπολογίσει πως δεν έπρεπε να ξεπερνά τα τριάμιση χιλιόμετρα. Βρέθηκα λοιπόν να περπατώ ανάμεσα στα δέντρα τα οποία στην μέση του νησιού πυκνώνανε σε ένα μικρό δάσος κι εκεί στην καρδιά του βγήκα σ’ ένα μικρό ξέφωτο. Μικρές πράσινες κάμπιες σέρνονταν σε σειρές κάτω απ’ τα δέντρα, έσκυψα, πήρα μία στην χούφτα μου κι αυτή τυλίχθηκε γύρω από τον παράμεσό μου σαν δαχτυλίδι. Τότε πρόσεξα παραξενεμένος πως εκεί παραδίπλα υπήρχε ένα μικρό μονοπάτι. Το περπάτησα και βγήκα σε μια μικρή παραλία με βότσαλα κι εκεί βρήκα να στέκει ένα μαύρο πουλί με λευκά φτερά και κατακόκκινα πόδια που αμέσως το αναγνώρισα από μιαν εικόνα που είχα δει μεσ’ στον κανονισμό: ήταν ένας κέπφος. Με πρόσεξε κι αυτός και φαινόταν μάλιστα να με περιεργάζεται ακριβώς όπως τον περιεργαζόμουν κι εγώ όταν ξάφνου πέταξε κι ήρθε μπροστά μου, σήκωσε το κεφάλι ψηλά σαν για να με δει κι έπειτα μου έδωσε μια μυτιά στο παπούτσι, πράγμα που με ξάφνιασε! Μείναμε για λίγο ακίνητοι κι οι δυο κι έπειτα πέταξε μακριά. Το υπόλοιπο νησί γύρω-γύρω ήτανε απόκρημνος βράχος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επέστρεψα με μια ικανοποίηση από την εξόρμησή μου μα όπως μπήκα στο δωμάτιο με περίμενε μια έκπληξη. Διότι κάποιος είχε στρώσει το τραπέζι. Πιάτο με φαγητό, ποτήρι με κρασί, ψωμί, το κερί αναμμένο και η καρέκλα τραβηγμένη πίσω, έτοιμη για να καθίσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://bp1.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SJiQRChjQ3I/AAAAAAAAAAw/C9bjbsCpTqw/s1600-h/%CE%BA%CE%AD%CF%80%CF%86%CE%BF%CF%82.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://bp1.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SJiQRChjQ3I/AAAAAAAAAAw/C9bjbsCpTqw/s320/%CE%BA%CE%AD%CF%80%CF%86%CE%BF%CF%82.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5231089589600600946" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-4103101290651264373?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/4103101290651264373/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=4103101290651264373' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/4103101290651264373'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/4103101290651264373'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/08/4.html' title='4. Κέπφος'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://bp1.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SJiQRChjQ3I/AAAAAAAAAAw/C9bjbsCpTqw/s72-c/%CE%BA%CE%AD%CF%80%CF%86%CE%BF%CF%82.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-233608334034909312</id><published>2023-08-29T03:33:00.000-07:00</published><updated>2011-11-22T14:10:21.264-08:00</updated><title type='text'>5. Έρμα</title><content type='html'>Ήτανε πράγματα από τα δικά μου αποθέματα μα ότι κάποιος μού είχε στρώσει το τραπέζι... Αυτό ήταν μια αποκάλυψη! Κοντοστάθηκα λοιπόν μα στο δωμάτιο δεν υπήρχε κάποιος κι έτσι άρχισα να φωνάζω: "Παρακαλώ! Είναι κανείς; Ποιος είναι;" κι όπως δεν υπήρχε απόκριση ένοιωσα ανόητος να παραμιλώ έτσι μονάχος. Ανέβηκα και κοίταξα επάνω, έπειτα βγήκα έξω όμως δεν υπήρχε κανείς πουθενά. Ίσως τα σκαλιά κάτω απ’ τον φάρο... μ’ αυτά μου ήσαν άβατα κι έτσι παράτησα την αναζήτηση κι όπως πεινούσα πια, απλά κάθισα κι έφαγα αυτά που μου είχαν προσφέρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις επόμενες ημέρες λοιπόν συνεχώς έβρισκα και κάποια περιποίηση: την μία το κρεβάτι μου στρωμένο, την άλλη τα πράγματά μου τακτοποιημένα κι είχα βαλθεί με πείσμα να ανακαλύψω την λαθραία παρουσία. Έτσι έμενα κρυμμένος πίσω απ’ την πόρτα ή κάτω απ’ το κρεβάτι κι αφουγκραζόμουν για ώρα σιωπηλός ή άλλες φορές φώναζα δυνατά παρακαλώντας να εμφανιστεί ο κρυφός φίλος. Όταν ήμουν επάνω, έκανα ξαφνικές εφόδους κάτω κι αντίστροφα, πραγματικά πετώντας πάνω απ’ τα σκαλιά μα καμιά τεχνική δεν φαινόταν ν’ αποδίδει κι έτσι παρέμενα απορημένος εμπρός στην σεμνή κι απρόσωπη φροντίδα ενός ξένου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Δούρης κατέφθασε και πάλι καθυστερημένος, κι είμαι σίγουρος πως ήταν και πάλι εννέα οι ημέρες γιατί αυτή την φορά τις σημείωσα επίτηδες σ’ ένα χαρτί, μα δεν του μίλησα καθόλου. Είχα τόσο συγκεκριμένα πράγματα να με απασχολούν και φοβόμουν τις ακαθόριστές του απαντήσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα στις προμήθειες υπήρχε ένα σακουλάκι με καπνό και θυμήθηκα πως είχα δει μια πίπα σ’ ένα συρτάρι. Άραξα στην καρέκλα και γέμισα την πίπα. Το σακουλάκι έγραφε με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα "Έρμα" κι από κάτω "χαρμάνι δανέζικον". Γέμισα και άναψα. Ο καπνός δεν ήταν αρωματικός κι όσο κάπνιζα όλο και περισσότερο ένοιωθα την γλώσσα μου να καίγεται κι έβλεπα τον καπνό να βγαίνει όλο και σε πυκνότερες τούφες. Και ξάφνου είχα την λύση. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτρεξα κάτω κι έστρωσα μ’ ό,τι είχα ένα όμορφο τραπέζι για δύο. Το κερί στην μέση, δίπλα ψωμί, τόνος στα πιάτα με ελιές και ξύδι βαλσάμικο και μια σαλάτα με φρέσκο μαρούλι. Μπήκα για λίγο στο μπάνιο να βρέξω το πρόσωπό μου κι όπως γύρισα την είδα να κάθεται στο τραπέζι και να με περιμένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SLfRmyKoa6I/AAAAAAAAABA/6vQMJSO_gko/s1600-h/%CE%98%CF%8C%CE%B7.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://1.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SLfRmyKoa6I/AAAAAAAAABA/6vQMJSO_gko/s320/%CE%98%CF%8C%CE%B7.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5239887155700460450" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-233608334034909312?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/233608334034909312/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=233608334034909312' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/233608334034909312'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/233608334034909312'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/08/5.html' title='5. Έρμα'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SLfRmyKoa6I/AAAAAAAAABA/6vQMJSO_gko/s72-c/%CE%98%CF%8C%CE%B7.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-916302932997748221</id><published>2022-09-20T10:54:00.000-07:00</published><updated>2011-11-22T14:22:45.534-08:00</updated><title type='text'>6. Θόη</title><content type='html'>Δεν νομίζω πως μπορώ να την περιγράψω γιατί απλά ήτανε πέρα απ’ τις λέξεις μα ας πούμε πως ήταν όπως περίπου την φαντάζεσαι κι όταν την κοιτούσες ένοιωθες ένα συναίσθημα σαν απροσδόκητο φόβο, ξεχασμένη ανάγκη και σκίρτημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο καλοσχηματισμένο πρόσωπο το βλέμμα της ήτανε αποφασιστικό και κουρασμένο. Με κοιτούσε κι εγώ κοντοστάθηκα σχεδόν τρομαγμένος. Έψαξα να βρω να πω κάτι μα τότε αυτή χαμογέλασε κι έτσι κάθισα κι εγώ στο τραπέζι. Άρχισε να τρώει κι έκανα κι εγώ το ίδιο νοιώθοντας πως ήδη ακολουθούσα. Όταν τελειώσαμε βρέθηκα να κοιτώ αφηρημένα τα δυο σκουλαρίκια που πρόβαλλαν μέσα από τα μακριά μαλλιά της ώσπου μ’ επανέφερε η πρώτη της λέξη:&lt;br /&gt;– Θόη!&lt;br /&gt;Κι όπως πρόφερε αυτό τ’ όνομα ένας μικρός άνεμος βούτηξε στο δωμάτιο που τον ένοιωσα στα μαλλιά και στα μάτια. Κατάλαβα πως αυτό ήτανε τ’ όνομά της κι έμεινα για λίγο αβέβαιος ψάχνοντας το δικό μου όνομα που δεν μου ερχόταν:&lt;br /&gt;– Εγώ είμαι ο φαροφύλακας! είπα αναπόφευκτα κι αυτή και πάλι χαμογέλασε:&lt;br /&gt;– Ναι, ξέρω...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι πιαστήκαμε να συζητούμε και μόνο για θέματα που αφορούσαν τον νησί, τον φάρο, την θάλασσα κι ήταν σαν να μην είχα πρωτινή ζωή. Φαινόταν να ξέρει πολλά και μου εξήγησε για παράδειγμα πως ο κέπφος είναι σημαντικός και πως στην συνάντηση μας πέρασα από κάποια ακαθόριστη δοκιμασία.&lt;br /&gt;– Επιτυχώς, με διαβεβαίωσε. Έπρεπε να ξέρει εάν μπορεί να σ’ εμπιστευτεί στα σχέδιά του.&lt;br /&gt;– Ποια σχέδιά του; εδώ μετά βίας τα βγάζω πέρα με τις δικές μου ευθύνες!&lt;br /&gt;– Δεν μπορούμε όμως να ζούμε μοναχά για τις δικές μας ευθύνες!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου ήτανε πια ξεκάθαρο πως είχε θεία καταγωγή γιατί το φως της έφτανε ζεστό στα μάτια μου κι η φωνή της παρέμενε ανεξήγητα πολύ πριν σβήσει μέσα στον χώρο. Ρώταγα αχόρταγα να μάθω επειδή πραγματικά είχε απαντήσεις. Την ρώτησα για τον Δούρη και μού εξήγησε πως αυτός έχανε ημέρες γιατί ταξίδευε πάντοτε με τον ήλιο στην πλάτη, πράγμα που δεν μπόρεσα να συλλάβω καλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξάφνου από μακριά ακούστηκε ένας κεραυνός κι αυτή σαν να κατάλαβε πως ξεχάστηκε εδώ και έπρεπε να φύγει, σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. Έσπευσα να προλάβω μια τελευταία απορία:&lt;br /&gt;– Εσύ με φρόντιζες όλες αυτές τις ημέρες; Γιατί;&lt;br /&gt;Τότε κοντοστάθηκε και με κοίταξε σοβαρά:&lt;br /&gt;– Διότι μού πήρες το καντήλι!&lt;br /&gt;Την κοίταξα για λίγο σαστισμένος. Πήγα κάτι να πω μα τότε κατάλαβα: ήτανε η γυναίκα στην γκραβούρα! Ψέλλισα κάτι μισόλογα κι όταν ξανασήκωσα τα μάτια είδα πως και πάλι μού χαμογελούσε σαν μια μητέρα που δείχνει κατανόηση στα ατοπήματα ενός παιδιού. Και πράγματι, έβλεπα πια πως αυτό το καντήλι που είναι τόσο ανεπαρκές για έναν φάρο, ήταν αρκετό για να φωτίζει την όμορφη ζωγραφιά της. Φαίνεται πως για ακόμη μια φορά υπήρξα απρόσεκτος. Για ακόμη μια φορά μοίρασα λάθος!&lt;br /&gt;– Πώς μπορώ να επανορθώσω;&lt;br /&gt;– Να μ’ αγαπάς για πάντα!&lt;br /&gt;Έλπισα πως το έλεγε στ’ αστεία διότι αυτό ήταν ένα πολύ ακριβό τίμημα και θέλησα να διαπραγματευτώ μιαν έκπτωση!&lt;br /&gt;– Το δικό μου το πάντα ή το δικό σου;&lt;br /&gt;Ένας δεύτερος κρότος ξανακούστηκε και τότε με έγνοια μού εξήγησε:&lt;br /&gt;– Μια καταιγίδα, άγρια όσο δεν έχεις φανταστεί, έρχεται! Είναι αρκετά μεγάλη για να γκρεμίσει έναν φάρο ή να καταποντίσει ένα νησάκι σαν κι αυτό! Προς το παρόν φρόντισε μονάχα να επιζήσεις!&lt;br /&gt;Κι έπειτα άνοιξε βιαστικά την πόρτα, τα πόδια της γυμνά πάνω στις πέτρες, και χάθηκε κι εγώ απέμεινα να κοιτώ μέσα απ’ αυτήν έναν σκοτεινιασμένο ουρανό που έμοιαζε να πλησιάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SPRhvA7IFjI/AAAAAAAAABU/XA7Hbl4asmk/s1600-h/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B11.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://3.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SPRhvA7IFjI/AAAAAAAAABU/XA7Hbl4asmk/s320/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B11.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5256934125377951282" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-916302932997748221?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/916302932997748221/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=916302932997748221' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/916302932997748221'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/916302932997748221'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/09/blog-post.html' title='6. Θόη'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SPRhvA7IFjI/AAAAAAAAABU/XA7Hbl4asmk/s72-c/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B11.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-8553163241126925648</id><published>2021-10-15T00:16:00.000-07:00</published><updated>2009-03-15T10:43:45.115-07:00</updated><title type='text'>7. Κρούση</title><content type='html'>Υπήρχε η αφύσικη σιωπή της αναμονής κι όλο το νησί έμοιαζε να περιμένει μουδιασμένο την κρούση της καταιγίδας κι ακόμη και ο κραταιός θόρυβος τού κύματος είχε πια συρρικνωθεί σε βουβό σούρσιμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου καθώς ένοιωθα την ψυχή ν’ αφήνεται στην άβυσσο της άχρονης στιγμής, το σώμα στoν παλμό του επερχόμενου τέλους. Είναι λίγοι αυτοί που ‘χουνε αφεθεί σ’ έναν τέτοιο μαγικό ίλιγγο. Κοιτούσα αχόρταγα τον ουρανό που γρήγορα μεγάλωνε κι αφουγκραζόμουν τις σβησμένες βροντές που βυθίζονταν μέσα στην ένταση της σιωπής. Σιγή, αναμονή κι ίλιγγος. Και τότε έφτασε η καταιγίδα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέφθασε μαζική, συμπαγής και σαρωτική, με όλα τα στοιχεία της ενωμένα. Ήρθε ο αέρας, το σκότος, ο ορυμαγδός και η βροχή και με χτυπήσανε όλα μαζί σαν μια τιτάνια γροθιά και πετάχτηκα μέτρα μέσα και ένοιωσα έναν πόνο στην πλάτη καθώς χτυπούσα στον πέτρινο τοίχο. Κατέφθασε σαρωτική και πανίσχυρη κι ο ήχος της ήταν ένας συνεχής απάνθρωπος κι αδιάκοπος κρότος που έσπαγε τα τύμπανα και βυθιζόταν μέσ’ στο κεφάλι. Θάλασσα έμπαινε από την πόρτα κι ήτανε κύμα κι αφρός και δίχως σκέψη όρμησα στα σκαλιά κι έτρεξα προς τα πάνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν βγήκα στο δώμα είδα πως ήδη είχανε σπάσει όλα τα τζάμια! Ένας χαμός από αέρα και θάλασσα ορμούσε μέσα από παντού κι όπως έκανα να περπατήσω ένας στρόβιλος με άρπαξε και με χτύπησε κάτω. Σηκώθηκα γρήγορα κι όπως στάθηκα ένοιωσα πόνο στα χέρια. Στο λιγοστό φως τα έφερα κοντά στα μάτια κι είδα πως είχα κοπεί απ’ τα σπασμένα γυαλιά και μ’ έτσουζε το αλάτι. Προχώρησα με κόπο να βγω μα ο αέρας με χτυπούσε απανωτά, αληθινές γροθιές που πονούσαν. Με μια τελική πεισμωμένη προσπάθεια πήδηξα έξω και ασυναίσθητα κοίταξα να δω εάν μια-δυο επιδιορθώσεις που είχα κάνει κρατούσαν ακόμη μα όμως διαπίστωσα το μισό μπαλκόνι έλειπε. Πιάστηκα από το κάγκελο κι ένοιωσα τον πόνο ακόμη πιο οξύ μα το ‘σφιξα για να μείνω όρθιος. Και τότε μονάχα μπόρεσα στο μισοσκόταδο να δω το απίθανο θέαμα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί εκεί μπροστά μου η θάλασσα τραβιόταν πίσω αφήνοντας να φανεί γη εκεί που κανονικά ήταν βυθός κι έπειτα επέστρεφε κι υψωνόταν σε τεράστιες στήλες, στο ύψος του φάρου, και το νησί έμοιαζε με καράβι που νικιέται απ’ τον κυκλώνα. Σκέφτηκα πως όσο γερά και να κρατιόμουν, σύντομα κάποιο κύμα θα μ’ άρπαζε και θα με αποτέλειωνε σε κάποιον τοίχο ή θα με τραβούσε στον βυθό για πάντα. Τότε μια μαυρίλα ήρθε σαν βολίδα πάνω στο πρόσωπό μου και χάθηκε πίσω. Μού φάνηκε πως ξεχώρισα μεσ’ στα ρουθούνια εκείνη την χαρακτηριστική μυρωδιά από βρεγμένα πούπουλα κι έμεινα για λίγο ν’ αναλογίζομαι. Και τότε σχεδόν τρόμαξα!&lt;br /&gt;- Ο κέπφος!  κι όρμισα με ανησυχία μέσα για να βρω το πουλί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως εκεί ήτανε πια σχεδόν απόλυτο σκοτάδι κι ένας χαμός που μαινόταν κι εγώ άρχισα να ψηλαφίζω στην τύχη δεξιά κι αριστερά ενώ έπεφτα, σηκωνόμουν κι ένοιωθα πως μοναχά πληγωνόμουνα κι άλλο. Ώσπου επιτέλους έπιασα κάτι μαλακό που θα μπορούσε να είναι το μικρό κουφάρι ενός πτηνού, το κόλλησα στο πρόσωπο και μού ξανάρθε η μυρωδιά από πούπουλα. Δίχως να μπορώ πραγματικά να ξεχωρίσω, απλά πίστευα πως ήταν ο κέπφος και φοβόμουν πως ήτανε πια νεκρός, τον κράτησα με το αριστερό χέρι πάνω στο στήθος και κρατώντας τον κατέβηκα προς τα κάτω. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί το σκοτάδι ήταν απόλυτο κι ένοιωσα πάνω μου την θάλασσα που έμπαινε ασταμάτητη. Κατάφερα να βρω την πόρτα στα τυφλά και πάλεψα και τελικά την έκλεισα και την ασφάλισα και φαίνεται πως δεν υπάρχει χαμένος πόλεμος δίχως μια μικρή, κερδισμένη μάχη. Θέλησα να πάω προς το δωμάτιο μα η μεγάλη καταπόνηση τόση ώρα κι ίσως το αίμα που έχασα με είχανε εξαντλήσει και σωριάστηκα. Μού έκανε εντύπωση που δεν υπήρχε πολύ νερό στο πάτωμα και τότε κατάλαβα πως όση θάλασσα μπήκε πρέπει να έφυγε από το άνοιγμα της σκάλας προς τα κάτω. Ήμουν μπρούμυτα και συνέχιζα να κρατώ το πουλί στο στήθος με το αριστερό μου χέρι. Με όλα αυτά είχε εξαντληθεί και η ψυχή μου καθώς μέσα σε λίγο χρόνο είχε συντελεστεί μια βίαιη μεταστροφή των συναισθημάτων κι εκεί που πριν λίγο αφηνόμουν μακάριος στον χαμό, τώρα μοναχά παρακαλούσα να ζει ο κέπφος. Προσπαθούσα να νοιώσω αν είχε ανάσα, εάν χτυπούσε η μικρή του καρδιά και τότε μου ήρθαν, σαν ηλεκτρικό χτύπημα, μέσ’ στο μυαλό δυο εικόνες. Μια μάχη με δόρατα και μεγάλες ασπίδες και μετά η φιγούρα ενός άντρα που ήταν σκυμμένος πάνω σε κάτι. Έπειτα η σκέψη μου έσβησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SPXozmIC6jI/AAAAAAAAABk/pThPQPCJF7I/s1600-h/%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B7.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://4.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SPXozmIC6jI/AAAAAAAAABk/pThPQPCJF7I/s320/%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B7.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5257364113130187314" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-8553163241126925648?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/8553163241126925648/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=8553163241126925648' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/8553163241126925648'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/8553163241126925648'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/10/7.html' title='7. Κρούση'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_tkURnJcNXMg/SPXozmIC6jI/AAAAAAAAABk/pThPQPCJF7I/s72-c/%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B7.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-3385903217579477936</id><published>2020-12-14T03:11:00.000-08:00</published><updated>2009-03-15T10:43:54.253-07:00</updated><title type='text'>8. Νίχιλ</title><content type='html'>Έπειτα έλειψα για πολύν χρόνο βυθισμένος στο τίποτε κι όταν συνήλθα ήταν σαν να επέστρεφα από την απόλυτη ανυπαρξία. Μια συνείδηση που γεννιέται μέσ' στο κενό, μια πρώτη ιδέα που πασχίζει να μαντέψει πού βρίσκεται και δίχως καμιά άλλη αίσθηση ήμουν όλος αυτή η μουδιασμένη σκέψη. Άνοιξα τα μάτια κι ένα αμυδρό, θολό φως κόλλησε πάνω τους. Τότε για μια στιγμή είχα συναίσθηση πως το κορμί μου ήταν ένας σωρός σωριασμένα μέλη, πέρα από την δική μου βούληση, κι έπειτα επιτέλους το ένοιωσα και ήτανε όλο ένας πόνος! &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έβγαλα μια βαθιά κραυγή και πνιγόμουν δίχως αέρα στο στήθος κι αυτή η πάλη γι’ ανάσα διήρκησε λεπτά. Κάθε που εισέπνεα πονούσα κι ήταν φανερό πως ήμουν χτυπημένος. Έκανα να σηκωθώ κι όπως ακούμπησα τα χέρια κάτω σφάδασα και πάλι από πόνο γιατί ήταν σαν να ‘χα ακουμπήσει τις παλάμες σε πυρακτωμένο σίδηρο. Με πολύν κόπο και κρατώντας τα χέρια κολλητά πάνω μου γονάτισα και σηκώθηκα. Κινήθηκα προς την πόρτα μα τ’ αδύναμά μου βήματα με έριξαν σ’ έναν τοίχο κι ακουμπώντας σε αυτόν την έφτασα, άνοιξα και μπήκε μέσα φως και δροσερός αέρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ένα φρέσκο πρωινό και μονάχα μερικά λευκά σύννεφα κρέμονταν σκόρπια πέρα μακριά. Και τότε με την μία ήρθανε στο μυαλό μου όλα! Η τρομερή καταιγίδα με τα θεόρατα κύματα, τα μαστιγώματα του αέρα, τα γυαλιά που με έκοβαν. Έφερα τα χέρια μπροστά στα μάτια και τρόμαξα. Ήτανε χαραγμένα με βαθιές ουλές και πρησμένα, θά ‘λεγες διπλάσια σε μέγεθος, αφύσικα, ξένα. Τότε θυμήθηκα τον κέπφο και στράφηκα πίσω. Εκεί στην μέση κειτόταν ένα μικρό κουφάρι. Γονάτισα δίπλα του κι ήμουν κι εγώ άδειος από ψυχή κι έμεινα έτσι κάμποσην ώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν τον σήκωσα στην αγκαλιά μου, το μικρό κεφάλι κρεμάστηκε άψυχο κι αυτή η εικόνα με στεναχώρησε ακόμη πιο πολύ. Το βόλεψα κι αυτό μέσ’ στα χέρια και πήγα πίσω απ’ τον φάρο. Μού ήταν αδύνατο να σκάψω κι έτσι άφησα το νεκρό πουλί σ’ ένα κοίλωμα και στοίβαξα πάνω του πέτρες που τις κατρακύλησα με το πόδι. Άφησα δυο-τρεις βαθιές ανάσες για προσευχή κι έφυγα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργότερα πιάστηκα να περιποιούμαι τις πληγές. Καθάρισα τα χέρια με ιώδιο και τα τύλιξα με γάζες. Παρέμεναν διογκωμένα. Είχα μια μεγάλη μελανιά που έπιανε όλη την δεξιά μεριά του θώρακά και πολλούς μώλωπες και σκισίματα στα πόδια. Στο πρόσωπο υπήρχε μονάχα μια βαθιά τομή από το αριστερό αυτί έως την άκρη του ματιού όμως το βλέμμα μου είχε βυθιστεί μέσα στις κόχες και με κοίταζε από πολύ μακριά μέσ’ στον καθρέφτη. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την μικρότερη ζημιά την είχε υποστεί το δωμάτιο, ίσως επειδή τα παράθυρα, μικρά σε μέγεθος, ακόμη κι αν σπάσαν δεν αφήσαν πολύ χαλασμό να εισβάλλει. Επάνω όμως, το δώμα του φανού, είχε καταστραφεί! Δεν είχε απομείνει ούτε ένα τζάμι κι ο μηχανισμός της λάμπας έδειχνε να έχει ζημιές. Όταν πρωτόρθα στον φάρο πίστεψα πως βρισκόμουν στο μηδέν και να που τώρα είχα υποχωρήσει στο μείον!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι περάσαν ημέρες άπραγες, δίχως έργο, δίχως καν σκέψη. Έτρωγα λίγο κι όπως άλλαζα καθημερινά τις γάζες έβλεπα τα χέρια μου σιγά-σιγά να ξεπρήζονται. Ακόμη όμως δεν μπορούσα να πιάσω τίποτε κι όταν χρειαζόταν να κάνω την ανάγκη μου ένοιωθα ντροπή που δεν μπορούσανε να με βοηθήσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περνούσα ώρες χαζεύοντας αφηρημένα τον χτυπημένο φάρο. Επάνω, δίχως τζάμια, τα πουλιά μπαίναν και βγαίναν στο νέο τους στέκι. Σε ένα σημείο υπήρχε μια βαθιά, κάθετη ρωγμή γύρω στα δύο μέτρα την οποία δεν θυμόμουν να υπήρχε μα μού φαινόταν κι αδύνατο να έχει προκληθεί από την καταιγίδα, όσο δυνατή κι αν ήταν αυτή. Ώσπου μια μέρα φάνηκε από πέρα το καΐκι τού Δούρη. Τον υποδέχθηκα αμίλητος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μάλλον ήξερε, γιατί είχε φέρει επιδέσμους και άλλες πρώτες βοήθειες και πρώτη φορά κατέβηκε απ’ το καΐκι και ξεφόρτωσε και κουβάλησε μονάχος τα κιβώτια μέχρι μέσα. Πριν φύγει κοντοστάθηκε και με κοίταξε. &lt;br /&gt;- Χρειάζεσαι τίποτε;&lt;br /&gt;Κι εγώ που πάντα χρειαζόμουν και ζητούσα, τώρα που ήμουν όσο ποτέ άλλοτε αδειανός:&lt;br /&gt;- Τίποτε! του είπα.&lt;br /&gt;- Θα πω να στείλουν τον συντηρητή! είπε, κι έβαλε μπρος. Τότε πρόσεξα για πρώτη φορά στην καρίνα τ' όνομα τού καϊκιού: "NIHIL".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη την στιγμή δεν με ενδιέφερε καθόλου ο συντηρητής μήτε αν και πότε θα ερχόταν. Πήγα μέσα και άλλαξα επιδέσμους. Για πρώτη φορά προσπάθησα να κρατήσω κάτι με τον δείκτη και τον αντίχειρα και τα κατάφερα. Άνοιξα μια κονσέρβα με σούπα, την ζέστανα και την ρούφηξα κι όπως την ένοιωσα να κατεβαίνει ζεστή τον οισοφάγο μου, για μια στιγμή ένοιωσα σχεδόν ωραία.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-3385903217579477936?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/3385903217579477936/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=3385903217579477936' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/3385903217579477936'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/3385903217579477936'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2008/12/blog-post.html' title='8. Νίχιλ'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-5403602183402663181</id><published>2019-01-02T14:12:00.000-08:00</published><updated>2009-03-15T10:45:52.187-07:00</updated><title type='text'>9. Ειμαρμένη</title><content type='html'>Οι ημέρες συνέχισαν να κυλούν αργές κι όπως τα χέρια μου αρχίσαν να μπορούνε και πάλι να πιάνουνε, καταπιάστηκα ράθυμα να καθαρίζω και να τακτοποιώ τα χαλάσματα που άφησε πίσω η καταιγίδα. Σήκωσα τα ριγμένα έπιπλα, σκούπισα, καθάρισα και πάνω, στην λάμπα, μάζεψα την σαβούρα και την έριξα κάτω, σπασμένα γυαλιά κυρίως κι ένοιωθα μια ικανοποίηση γεμάτη κακία όπως τ’ άκουγα να διαλύονται σε ακόμη μικρότερα κομμάτια στο έδαφος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παράλληλα, σε ανύποπτο χρόνο έρχονταν και με χτυπούσαν σαν ηλεκτρική εκκένωση εικόνες παράξενες, ξένες, φευγαλέες οπτασίες που παρεμβάλλονταν για μια αυθαίρετη στιγμή μέσ’ στα μάτια μου. Άλλες γαλήνιες όπως δυο χέρια που λαδώναν ένα χοντρό σκοινί κι άλλες γεμάτες βία όπως ένα ξίφος που έπεφτε και βυθιζόταν σ’ έναν ώμο. Κρατούσαν μοναχά ένα δυο δευτερόλεπτα μα σ’ αυτό το λίγο χανόμουν ολότελα και μια φορά παραλίγο να γκρεμιστώ από τις σκάλες. Είχα την πεποίθηση πως οι εικόνες αυτές ανήκαν στην πρωτινή ζωή του ξεπεσμένου ήρωα, παρενέργειες που μού άφησε το κοντινό του ξεψύχισμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα σκέφτηκα πως έπρεπε να σημειώσω την τρομερή καταιγίδα στο Βιβλίο Συμβάντων και κάθισα στο γραφείο με την πένα στο χέρι και το μεγάλο Βιβλίο μπροστά μου μα όπως το άνοιξα διαπίστωσα πως αυτή είχε ήδη σημειωθεί εκεί από κάποιον! Έκπληκτος έσκυψα και κοίταξα από κοντά το σύντομο κείμενο. Διάβολε, αυτά ήτανε τα δικά μου γράμματα! Κι όμως θα ορκιζόμουν πως αυτό το βιβλίο το άνοιξα μοναχά μονάχα μία φορά, όταν πρωτόρθα στον φάρο! Η παράδοξη αυτή ανακάλυψη ταρακούνησε τις αισθήσεις μου που όλον αυτόν τον καιρό είχανε πέσει σε λήθαργο. Το ακριβές κείμενο είχε ως εξής:&lt;br /&gt;&lt;blockquote&gt;Δουρία, ε´ Απελλαίου λζ´&lt;br /&gt;Ισχυρή καταιγίδα έπληξε το νησί και τον Φάρο. Σημαντικές ζημιές. Όλα τα τζάμια του κτίσματος θρυμματίστηκαν και η λάμπα υπέστη φθορά. Το μισό μπαλκόνι καταστράφηκε και στον τοίχο κάτω από αυτό διαπιστώθηκε κάθετο ρήγμα περί τα δύο μέτρα. Τραυματισμός του φαροφύλακα.&lt;/blockquote&gt;&lt;br /&gt;Πέρασα ώρες κοιτώντας τρομαγμένος τις απρόσμενες αράδες και μελετώντας τες εξερευνητικά. Απορούσα, πάσχιζα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει εκεί μια καταχώρηση γραμμένη από εμένα που όμως εγώ δεν θυμόμουν να έχω γράψει! Μήπως ζούσα στιγμές που σβήνονταν στην άβυσσο του μυαλού; σε μια παρείσακτη αμνησία; Τι συνέβαινε; Δεν είχα εξηγήσεις κι η ακατανόητη ημερομηνία μού προκαλούσε ίλιγγο. Δουρία βεβαίως παρέπεμπε στον Δούρη, όμως και πάλι…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νύχτωσε, και πριν ξαπλώσω έριχνα μια τελευταία ματιά και τότε, γυρίζοντας την σελίδα με το φως της λάμπας πετρελαίου να την χτυπάει από πίσω πρόσεξα πως σαν να υπήρχε κάτι ακόμη στην σελίδα. Έφερα το πρόσωπο κοντά να δω καλύτερα. Πράγματι, λίγο πιο κάτω από την σημείωση για την καταιγίδα φαινόταν αχνογραμμένες μερικές γραμμές ακόμη, θα έλεγες πως ήταν η επόμενη καταχώρηση. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Άρχισα να πιστεύω πως οι λευκές σελίδες αυτού του βιβλίου κατά κάποιον τρόπο ήσαν ήδη γραμμένες με όλα αυτά που πρόκειται να συμβούν. Καθώς τα γεγονότα πλησιάζουν το μελάνι αρχίζει να προκύπτει και να σκουραίνει κι είναι πια αναγνώσιμο όταν αυτά συμβούν! Η ειμαρμένη! Το γραφτό! Η μοίρα! Είχα πράγματι το βαρύτερο βιβλίο του κόσμου εκεί μπροστά μου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις επόμενες ημέρες έκανα πολλές προσπάθειες να διαβάσω το αχνό κείμενο στο άπλετο φως της ημέρας όμως μού στάθηκε αδύνατο να βεβαιωθώ έστω και για ένα γράμμα. Έβλεπα το βιβλίο αυτό να ταλανίζει κι άλλο την πληγωμένη ψυχική μου ισορροπία. Το επέστρεψα λοιπόν στην θέση του και προσπάθησα να το ξεχάσω.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-5403602183402663181?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/5403602183402663181/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=5403602183402663181' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/5403602183402663181'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/5403602183402663181'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2009/01/9.html' title='9. Ειμαρμένη'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-8800891826439784431</id><published>2018-03-15T10:34:00.000-07:00</published><updated>2009-04-20T10:38:59.664-07:00</updated><title type='text'>10. Συντηρητής</title><content type='html'>Ο Δούρης συνέχισε να έρχεται στον τακτικό του κύκλο και διαπίστωσα πως στο μυαλό μου μια εβδομάδα διαρκούσε πια εννέα ημέρες. Κι αφού σ’ αυτόν τον Φάρο δεν υπήρχε μήτε παρασκευή μήτε κύριος ονόμασα Δουρία την ημέρα που μ’ επισκεπτόταν ο Δούρης και τις επόμενες από Πρώτη μέχρι Όγδοη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περάσανε λοιπόν τρεις τέτοιες εβδομάδες, ή μάλλον εννεάδες, όταν στο καΐκι του Δούρη που κατέφτανε φάνηκε να στέκει και κάποιος άλλος. Όταν δέσανε είδα πως ήτανε ένας μελαψός, ψηλόλιγνος άντρας γύρω στα εξήντα. Κατέβηκε και μου έσφιξε γερά το χέρι:&lt;br /&gt;– Είμαι ο συντηρητής! μου είπε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο.&lt;br /&gt;Τον λέγανε Λεύκη! Το πρόσωπό του το διέσχιζαν οι πιο βαθιές ρυτίδες που είδα ποτέ στην ζωή μου κι όπως διαπίστωσα αργότερα, στα χείλη του φώλιαζε συνεχώς ένα ζωτικό χαμόγελο και παρά την ηλικία του είχε μεγάλη δύναμη στα χέρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι οι τρεις μαζί κατεβάσαμε μεγάλες πλάκες από χοντρό γυαλί, τρία σιδερένια βαλιτσάκια με εργαλεία και ένα χαρακτικό. Επίσης διπλάσιες προμήθιες:&lt;br /&gt;– Θα μείνω μαζί σου μια εβδομάδα! Θα δούμε τις ζημιές και θα διορθώσουμε ό,τι μπορούμε. Στο τέλος θα δούμε αν χρειαστεί να ξανάρθω.&lt;br /&gt;Έφερα στο μυαλό τον καταστραμμένο φάρο.&lt;br /&gt;– Θα χρειαστεί να ξανάρθεις! τον διαβεβαίωσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έτσι, τις επόμενες ημέρες πιαστήκαμε να επισκευάζουμε το δώμα τού φανού. Πέντε μέρες περνούσαμε τζάμια και συνεφέραμε λιγάκι όσο μπαλκόνι είχε απομείνει, κι όταν τελειώσαμε είδα πως εδώ κάτι γινότανε και πραγματικά αυτό μου έδωσε κουράγιο και μ’ έκανε να χαρώ. Έπειτα καταπιαστήκαμε με τον μηχανισμό τής λάμπας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρώγαμε μαζί και με μια γαλήνια ευθυμία μου διηγιόταν για τα χρόνια που έζησε στην Συρία καθώς και ιστορίες γι’ άλλους χτυπημένους φάρους. Τον ρώτησα τι σκοπό εξυπηρετούσε τάχα αυτός εδώ ο φάρος έτσι χαμένος και ξεχασμένος κι ήταν η μόνη φορά που μου απάντησε αινιγματικά:&lt;br /&gt;– Είναι επειδή υπάρχουνε χαμένα και ξεχασμένα καράβια.&lt;br /&gt;– Εγώ πάντως δεν είδα τίποτα μέχρι τώρα.&lt;br /&gt;– Το θέμα είναι να σε βλέπουν αυτά!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κολυμπούσε πολλή ώρα κάθε μέρα κι ήτανε καλός κολυμβητής, σαν δελφίνι. Τον παρακολουθούσα να βουτάει και να φεύγει πέρα και για κάμποση ώρα τον έχανα για να τον δω να ξεπροβάλει και πάλι σπάζοντας γλυκά την υγρή επιφάνεια. Τα βράδια παίζαμε μια παράξενη τρίλιζα που είχε μαζί του ζωγραφισμένη πάνω σε δερμάτινο πανί με σκαλισμένα βότσαλα για πούλια. Από σύμπτωση, μικρός έπαιζα τρίλιζα και φαινόταν πως τον δυσκόλευα μ’ ακόμη κι έτσι κέρδισα πολύ λίγες παρτίδες. Μου έδινε πάντοτε τα άσπρα βότσαλα κι αυτός έπαιζε με τα πράσινα και του έλεγα πως κέρδιζε εξαιτίας τους. Η παρέα του και μαζί ο φάρος που ξαναγινόταν μου έκαναν πολύ καλό. Κοιμόταν στο δεύτερο κρεβάτι που το ‘στρωσε μόνος του, έναν ύπνο απόλυτα σιωπηλό, σχεδόν σαν να μην υπήρχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την τελευταία ημέρα έμοιασε πως τελείωσε και με την λάμπα.&lt;br /&gt;– Λείπουν δυο γρανάζια, είπε!&lt;br /&gt;– Ναι, από την αρχή έλειπαν! Θα πρέπει να τ’ αντικαταστήσουμε!&lt;br /&gt;– Δεν υπάρχουνε πια τέτοια γρανάζια. Είναι φτιαγμένα από παράξενο κράμα, έχουνε πάνω σχέδια και τα δόντια τους είναι παράταιρα και κομμένα στο χέρι. Πρέπει να τα βρεις!&lt;br /&gt;– Δεν ξέρω πού είναι!&lt;br /&gt;Τότε σαν να δυσπίστησε, με πλησίασε και με κοίταξε κάμποση ώρα μέσ’ στα μάτια. Έπειτα επιθεωρήσαμε όλον τον φάρο μέσα και έξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ήρθε το καΐκι κι αφού ξεφορτώσαμε προμήθειες και φορτώσαμε τα εργαλεία μου έσφιξε και πάλι γερά το χέρι και μου είπε:&lt;br /&gt;– Παίζεις καλή τρίλιζα. Πολλοί λίγοι καταφέρνουν να με νικήσουν έστω και μία! Πράγματι, θα χρειαστεί να ξανάρθω μα ήδη φτιάξαμε πολλά. Και κοίτα, χωρίς αυτά τα δύο γρανάζια ο φάρος ποτέ δεν θα φωτίσει. Φρόντισε να τα βρεις!&lt;br /&gt;Έκανα να διαμαρτυρηθώ μα μ’ έκοψε:&lt;br /&gt;– Ξέρω πως ξέρεις πού είναι!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-8800891826439784431?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/8800891826439784431/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=8800891826439784431' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/8800891826439784431'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/8800891826439784431'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2009/03/10.html' title='10. Συντηρητής'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-4954856364832979178</id><published>2017-04-20T10:39:00.000-07:00</published><updated>2009-06-12T01:18:47.671-07:00</updated><title type='text'>11. Όνειρο</title><content type='html'>Κατά την διαμονή μου στον φάρο δεν θυμάμαι να έβλεπα όνειρα τις νύχτες. Όμως εκείνο το βράδυ είδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κάθομαι σ’ ένα βραχάκι στην παραλία, εκεί όπου συνηθίζαμε να καθόμαστε με τον συντηρητή και πράγματι εκεί δίπλα μου βρίσκεται ακουμπισμένο το δερμάτινο ταμπλό της τρίλιζας μοναχά που είμαι μόνος και δεν έχω με ποιον να παίξω. Τότε βλέπω τον συντηρητή κάπου μακριά, μικρό μέσα στην θάλασσα, να κολυμπάει προς τα εμένα. Φτάνει και βλέπω πως έχει στο στόμα ένα ζωντανό ψάρι που το καταβρόχθισε μαζί με άφθονο νερό, όπως έχω δει πως κάνουνε τα πουλιά εδώ πέρα. Κάθεται δίπλα μου γελαστός κι όπως στηρίζεται στο χέρι του βλέπω πως αυτό είναι βρεγμένο και καλυμμένο με χνουδοπούπουλα σαν αυτά ενός νεοσσού. Σε αντίθεση με το πώς συνηθίζαμε πραγματικά, τώρα έχω εγώ τα πράσινα βότσαλα κι αυτός τα άσπρα. Κοιτώ το δερμάτινο ταμπλό και βλέπω πως αντί για τα τρία ομόκεντρα τετράγωνα εκεί υπάρχει ζωγραφισμένος μοναχά ένας κύκλος και γεμίζω φόβο κι ανησυχία γιατί αυτό το παιχνίδι δεν το ξέρω. Τότε βλέπω το χέρι του που ακουμπά εκεί πάνω μια μεγάλη άσπρη πέτρα που τον καλύπτει όλο κι είναι σαν αυτή να ήταν μια κίνηση του παιχνιδιού. Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω πως αντί για βότσαλα έχει μια στοίβα με τέτοιες μεγάλες πέτρες. Μου λέει:&lt;br /&gt;— Αυτές παίρνω πάντα! &lt;br /&gt;Όσο εγώ σκέφτομαι αμήχανος τί να παίξω αυτός χαμογελάει και βουτάει και πάλι σαν για να ψάξει να βρει να φάει κι άλλο ψάρι. Τον βλέπω και πάλι από μακριά να κολυμπάει σε κύκλους και τότε νοιώθω μεγάλη ανησυχία γιατί σκέφτομαι πως έχει εγκλωβιστεί και δεν θα τα καταφέρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά βρίσκομαι μπροστά στην λάμπα τού φάρου, ακόμη γεμάτος ανησυχία όμως τώρα για την λάμπα. Έχω ανακαλύψει στην βάση της δυο μεγάλες τρύπες που γίναν με την καταιγίδα και που διέφυγαν την προσοχή μας μέχρι τώρα. Τότε ακούω ένα τακ-τακ σαν βήματα που πλησιάζουν και κοιτώ προς την σκάλα να δω ποιος θα φανεί. Ο ήχος συνεχίζεται και σκέφτομαι πως όποιος και να είναι θα έπρεπε πια να είχε ξεπροβάλλει. Μάλλον είμαι ριγμένος στο πάτωμα και βλέπω από πέρα δυο γυναικεία πόδια να με πλησιάζουν. Φοράνε δυο μεγάλα όστρακα σαν τσόκαρα κι είναι αυτά που κάνουν τον θόρυβο. Νοιώθω πως είναι η Θόη όμως δεν προλαβαίνω να σηκωθώ. Μάλλον σκύβει και βλέπω τα χέρια της. Βγάζει τα όστρακα από τα πόδια και μου τα δίνει. Είναι μεγάλα, λευκά και στις άκρες ασημένια. Κάποιος έχει χαράξει επάνω τους γεωμετρικά σχήματα κι ανάμεσα σκόρπια γράμματα. Ξεχωρίζω έναν αγκυλωτό σταυρό που όμως καταλαβαίνω πως δεν απεικονίζει κάτι χιτλερικό παρά είναι ένα αρχαίο κόσμημα. Στ’ αριστερά μάλλον υπάρχει γραμμένη η λέξη ΓΡΑΜΜΑ με κεφαλαία. Είμαι σίγουρος πως θυμάμαι το κεφαλαίο γάμα. Κάνω να ρωτήσω την Θόη για μια εξήγηση μα βλέπω πως κλείνει τ’ αυτιά της καλά με τα χέρια σαν να μην αντέχει να με ακούσει. Παίρνω τα όστρακα και τα βάζω στις δυο τρύπες στην βάση της λάμπας και βλέπω πως ταιριάζουν απόλυτα. Κουμπώνουν κάνοντας ένα κλικ και ξάφνου η λάμπα αρχίζει να λειτουργεί. Αρχίζει να περιστρέφεται όμως κάπου βρίσκει κι ακούγεται ένα συνεχές τικ - τικ. Βλέπω πως η Θόη βρίσκεται τώρα εγκλωβισμένη μέσα σ’ ένα από τα κρύσταλλα. Είναι πολύ μικρή κι ακόμη κρατάει κλειστά τ’ αυτιά της. Η λάμπα γυρίζει μια στροφή και την ξαναβλέπω μ’ αυτή την φορά έχει όλο το πρόσωπο καλυμμένο με τα μακριά μαλλιά της. Η λάμπα γυρίζει συνεχώς και μέσα στα δύο κρύσταλλα που εναλλάσσονται βλέπω διάφορες εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη κι είναι σαν να κοιτώ σε καλειδοσκόπιο. Είναι σαν φωτογραφίες από την παραμονή μου στον φάρο που μπερδεύονται όμως υπάρχει μια εικόνα που επιστρέφει πάντοτε ίδια: εγώ να στέκομαι διστακτικός στην είσοδο του φάρου όπως εκείνη την πρώτη φορά που έφτασα εδώ πέρα. Η λάμπα που γυρίζει αρχίζει να μου προκαλεί τρόμο. Απλώνω τα χέρια και προσπαθώ να την σταματήσω όμως τα χέρια μου πονάνε, είναι πληγωμένα κι όπως γυρίζει η λάμπα τα χτυπά. Παίρνω φόρα και ορμάω επάνω της και…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξύπνησα ιδρωμένος από το έντονο όνειρο. Έμεινα για λίγη ώρα ανακαθισμένος και μπερδεμένος μέσ’ στο σκοτάδι. Έπειτα συνήλθα, έψαξα κι άναψα την λάμπα πετρελαίου πού ‘χω πάντα ακουμπισμένη δίπλα μου. Έξω φυσούσε και το παντζούρι που βρέθηκε ανοιχτό χτυπούσε. Σκέφτηκα πως σ’ αυτό οφείλονταν όλα αυτά τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα μέσα στ’ όνειρο. Σ’ αυτήν μου την σκέψη κάτι με ανατρίχιασε. Σηκώθηκα κι έκλεισα το παντζούρι. Έπεσα και στο υπόλοιπο της νύχτας κοιμήθηκα ήρεμα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-4954856364832979178?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/4954856364832979178/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=4954856364832979178' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/4954856364832979178'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/4954856364832979178'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2009/04/11.html' title='11. Όνειρο'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-8418351915439537712</id><published>2016-06-12T01:01:00.000-07:00</published><updated>2009-06-13T10:06:01.159-07:00</updated><title type='text'>12. Nomen Nescio</title><content type='html'>Τρεις μέρες μετά το όνειρο ένοιωσα μια ανεξήγητη ανάγκη να δω την Θόη. Πώς μπορούσα όμως να επικοινωνήσω μαζί της; σ' ένα μέρος δίχως τηλέφωνο ποιον αρχαίο τρόπο θα έπρεπε τάχα ν' ακολουθήσω; Σκέφτηκα τις φρυκτωρίες και μπροστά στην λάμπα άρχισα να κλωτσάω και δίνω γροθιές στον αέρα οργισμένος. Αργότερα, καπνίζοντας την πίπα θυμήθηκα την παλιά μου έμπνευση και έστρωσα ένα σεμνό τραπέζι για δύο. Στριφογύρισα άσκοπα εδώ κι εκεί κοιτώντας κάθε τόσο και περιμένοντας να την δω μα το στρωμένο τραπέζι έμενε μοναχικό και άδειο. Ύστερα από πολλήν ώρα έκανα να πάω μια βόλτα έξω μα η ιδέα πως το τραπέζι θα έμενε μόνο του έτσι στρωμένο με τρόμαξε. Ποιος ξέρει αν δεν έβρισκα κάποιον άλλον εκεί όταν γύριζα! Έτσι έφαγα βιαστικά και μάζεψα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βράδυ ξεφύλλιζα τον Κανονισμό με κάποια ακαθόριστη ελπίδα πως θα έβρισκα κάτι που... δεν ήξερα ακριβώς τι! κάτι! Κάθε φορά που άνοιγα αυτό το βιβλίο είχα την εντύπωση πως είχε μεταβληθεί από την τελευταία φορά. Σαν να είχαν προστεθεί και αφαιρεθεί φύλλα ή ίσως σαν τα φύλλα να είχαν αλλάξει σειρά. Για κάποιον λόγο κοντοστάθηκα σε μια μελέτη για την σπείρα που την παρουσίαζε σαν ανάπτυξη τού κύκλου σε μια τέταρτη διάσταση. Θυμήθηκα τον κυκλικό κολύμπι τού συντηρητή στο όνειρο και τον φαντάστηκα να αναλήπτεται στον ουρανό έτσι ώστε η κυκλική τού κίνηση να γίνεται σπειροειδής στον αέρα. Ένοιωσα πως αυτές οι σκέψεις δεν βγάζανε πουθενά και το παράτησα.   &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπειτα έπιασα τον Βιβλίο Συμβάντων και δίχως έκπληξη είδα πως είχε συμπληρωθεί μια καταχώρηση για τις επισκευές τού Φάρου και μάλιστα από κάτω φαινόταν να ξεπροβάλει αμυδρά κάποιο νέο κείμενο. Πάσχισα να διαβάσω το μέλλον μα και πάλι δεν μπόρεσα. Αποφάνθηκα πως καλύτερα έτσι και το έκλεισα κι αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά κάποιον τρόπο όσο περνούσε ο καιρός ένοιωθα μια οργή να μεγαλώνει όλο και περισσότερο μέσα μου. Δυο εβδομάδες αργότερα επέστρεψε ο συντηρητής. Έφερε μαζί του υλικά για να επιδιορθώσουμε το μπαλκόνι. Μέσα σ' όλα είχε φέρει ξύλα και σίδερα για να στηθεί σκαλωσιά και πραγματικά κουραστήκαμε στο κουβάλημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την επόμενη μέρα πιαστήκαμε και δουλεύαμε με κέφι. Γενικά αυτός ο άνθρωπος μου έφτιαχνε την διάθεση. Μια μέρα που καθίσαμε να παίξουμε τρίλιζα θυμήθηκα το όνειρο. Δίστασα να του το πω όμως ανάφερα πως:&lt;br /&gt;- Σε είδα στον ύπνο μου πριν λίγο καιρό. &lt;br /&gt;Το μάτι μου έπεσε πάνω στο ξερακιανό του χέρι.&lt;br /&gt;- Το χέρι σου ήταν καλυμμένο με πούπουλα. &lt;br /&gt;- Αν το χέρι μου είχε πούπουλα τότε μάλλον δεν ήτανε δικό μου.&lt;br /&gt;- Έφαγες κι ένα ωμό ψάρι, πρόσθεσα χαμογελώντας αμήχανα.&lt;br /&gt;- Τότε κι εγώ δεν ήμουν εγώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα σε πέντε ημέρες είχαμε τελειώσει. Το μπαλκόνι ήτανε σαν καινούργιο. Πολύ ικανός άνθρωπος. Την Δουρεία ξανακουβαλήσαμε την σκαλωσιά και την φορτώσαμε στο καΐκι. Ιδρωμένος, κουρασμένος και σχεδόν χαρούμενος, καθώς τού έσφιγγα το χέρι είχα ξάφνου συνειδητοποίησα πως τόσον καιρό δεν γνώριζα πώς τον λένε κι είχα την έμπνευση να τον ρωτήσω:&lt;br /&gt;- Δεν ξέρω καν τ' όνομά σου&lt;br /&gt;- Ούτε κι εγώ το δικό σου, μου απάντησε χαμογελώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφυγε κι απέμεινα παγωμένος στην θέση μου. Το όνομά μου! Δεν ήξερε το όνομά μου! Όμως ποιο διάολο ήταν το όνομά μου; Όσο κι αν πάσχιζα δεν μπορούσε μήτε εγώ να θυμηθώ!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-8418351915439537712?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/8418351915439537712/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=8418351915439537712' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/8418351915439537712'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/8418351915439537712'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2009/06/12-nomen-nescio.html' title='12. Nomen Nescio'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7623660891364750241.post-535943142975420681</id><published>2009-07-12T01:15:00.000-07:00</published><updated>2009-09-03T22:35:28.890-07:00</updated><title type='text'>13. Σπείρα</title><content type='html'>Όμως ήμουν πια γεμάτος οργή. Οργή γιατί είχα αρχίσει να καταλαβαίνω και κάθε γωνιά που φωτιζότανε στο μυαλό μου με τρόμαζε και πρόσθετε στον θυμό μου. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχα αρχίσει να πίνω πολύ κρασί. «Φέρνε περισσότερο κρασί!» παρακάλεσα τον Δούρη κι αυτός πράγματι μου έφερνε τώρα πια κάτι μπουκάλια δίλιτρα. Ένα απόγευμα καθόμουν μ’ ένα τέτοιο μπουκάλι κι ένα φλυτζάνι, καθώς δεν υπήρχαν κρασοπότηρα, στα δεύτερα σκαλιά μπροστά απ’ τον φάρο περιμένοντας να φανεί ο Δούρης και ξαφνικά την είδα. Απρόσμενα σαν όνειρο. Της χαμογέλασα μα αγριεμένος από το κρασί και τους συλλογισμούς δεν πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπό μου. Μου χαμογέλασε κι αυτή κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Ένοιωσα και πάλι ένα φύσημα και στην ανάσα που πήρα ήξερα πως το στήθος μου ήταν γεμάτο απ’ αυτήν. Ήτανε τόσο πολύ όμορφη, ίδια όπως τότε, όμως εγώ ήμουν αλλαγμένος. Της έγνεψα να καθίσει αυτή γονάτισε δίπλα μου κι είδα πως είχε φύκια πλεγμένα στο βρεγμένο φουστάνι. Κοιταχτήκαμε για λίγο καταπρόσωπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;— Είσαι καλά; με ρώτησε.&lt;br /&gt;— Συνήλθα. Πού ήσουν χαμένη;&lt;br /&gt;— Μέσ’ σε σπηλιές... στον βυθό.&lt;br /&gt;— Πές μου!&lt;br /&gt;— Ρώτησέ με.&lt;br /&gt;— Είδα ένα όνειρο.&lt;br /&gt;— Ναι.&lt;br /&gt;— Ο κέπφος ήτανε...;&lt;br /&gt;— Ναι, πολύ δικός σου.&lt;br /&gt;— Πόσο δικός μου; αδερφός μου; Δεν μπορώ να θυμηθώ.&lt;br /&gt;— Πολύ δικός σου.&lt;br /&gt;— Το υπόγειο του φάρου;&lt;br /&gt;— Έχεις βρεθεί εκεί... μαζί μου!&lt;br /&gt;— Όμως και πάλι δεν θυμάμαι.&lt;br /&gt;— Όχι, ποτέ δεν θυμάσαι.&lt;br /&gt;Άκουγα την καρδιά να χτυπάει μέσ’ στα αυτιά μου κι ένοιωθα το αίμα να κυλάει στις φλέβες μου. Σκέφτηκα πως βοηθούσε και το κρασί. Έτρεμα όχι με τις αποκαλυπτικές απαντήσεις αλλά με τις ακόμη πιο φοβερές δικές μου ερωτήσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;— Σ’ αυτό το παιχνίδι πάντα χάνω;&lt;br /&gt;— Χάνεις! με κοίταξε βαθιά μέσ’ στα μάτια και συμπλήρωσε: όμως η παρτίδα δεν έχει τελειώσει ακόμη... ίσως ποτέ δεν θα τελειώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρέπει να ήμουν κατακόκκινος. Καταλάβαινα πως μιλούσα άγρια κι απότομα μα δεν κατάφερνα να είμαι καλύτερος.&lt;br /&gt;— Τί είναι η σπείρα;&lt;br /&gt;— Ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται δίχως ποτέ να περνά απ’ το ίδιο σημείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανατρίχιασα.&lt;br /&gt;— Κι όλα αυτά εδώ...&lt;br /&gt;— Ναι, όλα αυτά εδώ... ξανά και ξανά. Όμως πάντα αλλιώτικα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τότε, έχοντας πια την επιβεβαίωση γι’ αυτό που υποπτευόμουν, ξαφνικά αλάφρυνα, κι ένοιωσα ζαλισμένος απ’ το κρασί. Ήταν αληθινά πανέμορφη, πέρα απ’ τις λέξεις. Μικρή μου κι όμορφή, κι εσένα που δεν σ’ υποπτεύθηκα καθόλου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άπλωσα το χέρι, της χάιδεψα το μάγουλο κι αυτή έγειρε το κεφάλι της πάνω στο χάδι μου. Παραμέρισα τα μαλλιά της και πήρα το σκουλαρίκι στην παλάμη μου. Κοίταξα αυτό το μοναδικό γρανάζι με τα ακανόνιστα δόντια και τα μαγικά σκαλίσματα. Διότι τα σκουλαρίκια τής μικρής θεάς ήταν τα δυο γρανάζια που λείπαν από την λάμπα, τα δυο γρανάζια που χρειαζόταν ο φάρος για να δουλέψει.&lt;br /&gt;— Ήξερες; με ρώτησε.&lt;br /&gt;— Ναι, τα ‘χα δει απ’ την αρχή όμως σου πηγαίναν πολύ. Πώς να κλέψω απ’ την ομορφιά για να δώσω στην ανάγκη;&lt;br /&gt;— Θα σε περιμένω και πάλι.&lt;br /&gt;— Και πάλι δεν θα σε ξέρω.&lt;br /&gt;Έσκυψα και της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο, μ’ έπιασε και με κράτησε εκεί για μια στιγμή κι η καρδιά μου έχασε έναν χτύπο. Έπειτα τράβηξα για το δωμάτιό μου δίχως να γυρίσω να κοιτάξω, δίχως ν’ αποχαιρετήσω. Τακτοποίησα τον χώρο και σε  λίγο στεκόμουν έτοιμος γι’ αναχώρηση δίχως αποσκευές εκεί, έξω απ’ τον φάρο. Αυτόν τον παντοτινά άνεργο φάρο. Ένοιωσα στο πρόσωπό το ψιλό ψέκασμα τού κύματος. Το καΐκι του Δούρη φάνηκε από μακριά. Το παρακολούθησα να πλησιάζει, να φτάνει, να δένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έβγαλα το βαρύ σκουριασμένο κλειδί από την τσέπη, κλείδωσα την πόρτα και το ακούμπησα ψηλά στο γείσο. Πήρα να κατεβαίνω τα σκαλιά. Έπειτα πήρα το μικρό δρομάκι δεξιά για το καΐκι. Κοντοστάθηκα και κοίταξα προς τον φάρο. Από το άλλο το μονοπάτι είδα τον εαυτό μου να πλησιάζει τον φάρο για πρώτη φορά. Έμεινα για λίγο να κοιτάζω. Τον είδα να ψάχνει για το κλειδί πάνω απ’ το γείσο κι έπειτα ν’ ανοίγει την πόρτα που μόλις κλείδωσα. Πήρα μια βαθιά ανάσα αποχαιρετισμού και έσπευσα προς το καΐκι. Εκεί μπροστά υπήρχαν οι προμήθειες που μόλις κατεβάσανε. Λίγο πιο μετά ο εαυτός μου θα επέστρεφε για να τις κουβαλήσει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανέβηκα κι ο Δούρης μάζεψε το σκοινί. Κοιταχτήκαμε μ’ ένα χαμόγελο. Ξεκίνησε κι απέμεινε να κοιτά μπροστά, στον αδιάφορο ορίζοντα. Ήταν αμίλητος όπως πάντα. Όμως αυτή την φορά ήμουν αμίλητος κι εγώ.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7623660891364750241-535943142975420681?l=anergosfaros.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anergosfaros.blogspot.com/feeds/535943142975420681/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7623660891364750241&amp;postID=535943142975420681' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/535943142975420681'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7623660891364750241/posts/default/535943142975420681'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anergosfaros.blogspot.com/2009/07/13.html' title='13. Σπείρα'/><author><name>Φαροφύλακας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/16479556562964429074</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp0.blogger.com/_tkURnJcNXMg/SGehrJibRhI/AAAAAAAAAAM/jb_ypoMxliI/S220/Yo.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry></feed>
