Όμως ήμουν πια γεμάτος οργή. Οργή γιατί είχα αρχίσει να καταλαβαίνω και κάθε γωνιά που φωτιζότανε στο μυαλό μου με τρόμαζε και πρόσθετε στον θυμό μου.
Είχα αρχίσει να πίνω πολύ κρασί. «Φέρνε περισσότερο κρασί!» παρακάλεσα τον Δούρη κι αυτός πράγματι μου έφερνε τώρα πια κάτι μπουκάλια δίλιτρα. Ένα απόγευμα καθόμουν μ’ ένα τέτοιο μπουκάλι κι ένα φλυτζάνι, καθώς δεν υπήρχαν κρασοπότηρα, στα δεύτερα σκαλιά μπροστά απ’ τον φάρο περιμένοντας να φανεί ο Δούρης και ξαφνικά την είδα. Απρόσμενα σαν όνειρο. Της χαμογέλασα μα αγριεμένος από το κρασί και τους συλλογισμούς δεν πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπό μου. Μου χαμογέλασε κι αυτή κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Ένοιωσα και πάλι ένα φύσημα και στην ανάσα που πήρα ήξερα πως το στήθος μου ήταν γεμάτο απ’ αυτήν. Ήτανε τόσο πολύ όμορφη, ίδια όπως τότε, όμως εγώ ήμουν αλλαγμένος. Της έγνεψα να καθίσει αυτή γονάτισε δίπλα μου κι είδα πως είχε φύκια πλεγμένα στο βρεγμένο φουστάνι. Κοιταχτήκαμε για λίγο καταπρόσωπα.
— Είσαι καλά; με ρώτησε.
— Συνήλθα. Πού ήσουν χαμένη;
— Μέσ’ σε σπηλιές... στον βυθό.
— Πές μου!
— Ρώτησέ με.
— Είδα ένα όνειρο.
— Ναι.
— Ο κέπφος ήτανε...;
— Ναι, πολύ δικός σου.
— Πόσο δικός μου; αδερφός μου; Δεν μπορώ να θυμηθώ.
— Πολύ δικός σου.
— Το υπόγειο του φάρου;
— Έχεις βρεθεί εκεί... μαζί μου!
— Όμως και πάλι δεν θυμάμαι.
— Όχι, ποτέ δεν θυμάσαι.
Άκουγα την καρδιά να χτυπάει μέσ’ στα αυτιά μου κι ένοιωθα το αίμα να κυλάει στις φλέβες μου. Σκέφτηκα πως βοηθούσε και το κρασί. Έτρεμα όχι με τις αποκαλυπτικές απαντήσεις αλλά με τις ακόμη πιο φοβερές δικές μου ερωτήσεις.
— Σ’ αυτό το παιχνίδι πάντα χάνω;
— Χάνεις! με κοίταξε βαθιά μέσ’ στα μάτια και συμπλήρωσε: όμως η παρτίδα δεν έχει τελειώσει ακόμη... ίσως ποτέ δεν θα τελειώσει.
Πρέπει να ήμουν κατακόκκινος. Καταλάβαινα πως μιλούσα άγρια κι απότομα μα δεν κατάφερνα να είμαι καλύτερος.
— Τί είναι η σπείρα;
— Ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται δίχως ποτέ να περνά απ’ το ίδιο σημείο.
Ανατρίχιασα.
— Κι όλα αυτά εδώ...
— Ναι, όλα αυτά εδώ... ξανά και ξανά. Όμως πάντα αλλιώτικα.
Και τότε, έχοντας πια την επιβεβαίωση γι’ αυτό που υποπτευόμουν, ξαφνικά αλάφρυνα, κι ένοιωσα ζαλισμένος απ’ το κρασί. Ήταν αληθινά πανέμορφη, πέρα απ’ τις λέξεις. Μικρή μου κι όμορφή, κι εσένα που δεν σ’ υποπτεύθηκα καθόλου.
Άπλωσα το χέρι, της χάιδεψα το μάγουλο κι αυτή έγειρε το κεφάλι της πάνω στο χάδι μου. Παραμέρισα τα μαλλιά της και πήρα το σκουλαρίκι στην παλάμη μου. Κοίταξα αυτό το μοναδικό γρανάζι με τα ακανόνιστα δόντια και τα μαγικά σκαλίσματα. Διότι τα σκουλαρίκια τής μικρής θεάς ήταν τα δυο γρανάζια που λείπαν από την λάμπα, τα δυο γρανάζια που χρειαζόταν ο φάρος για να δουλέψει.
— Ήξερες; με ρώτησε.
— Ναι, τα ‘χα δει απ’ την αρχή όμως σου πηγαίναν πολύ. Πώς να κλέψω απ’ την ομορφιά για να δώσω στην ανάγκη;
— Θα σε περιμένω και πάλι.
— Και πάλι δεν θα σε ξέρω.
Έσκυψα και της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο, μ’ έπιασε και με κράτησε εκεί για μια στιγμή κι η καρδιά μου έχασε έναν χτύπο. Έπειτα τράβηξα για το δωμάτιό μου δίχως να γυρίσω να κοιτάξω, δίχως ν’ αποχαιρετήσω. Τακτοποίησα τον χώρο και σε λίγο στεκόμουν έτοιμος γι’ αναχώρηση δίχως αποσκευές εκεί, έξω απ’ τον φάρο. Αυτόν τον παντοτινά άνεργο φάρο. Ένοιωσα στο πρόσωπό το ψιλό ψέκασμα τού κύματος. Το καΐκι του Δούρη φάνηκε από μακριά. Το παρακολούθησα να πλησιάζει, να φτάνει, να δένει.
Έβγαλα το βαρύ σκουριασμένο κλειδί από την τσέπη, κλείδωσα την πόρτα και το ακούμπησα ψηλά στο γείσο. Πήρα να κατεβαίνω τα σκαλιά. Έπειτα πήρα το μικρό δρομάκι δεξιά για το καΐκι. Κοντοστάθηκα και κοίταξα προς τον φάρο. Από το άλλο το μονοπάτι είδα τον εαυτό μου να πλησιάζει τον φάρο για πρώτη φορά. Έμεινα για λίγο να κοιτάζω. Τον είδα να ψάχνει για το κλειδί πάνω απ’ το γείσο κι έπειτα ν’ ανοίγει την πόρτα που μόλις κλείδωσα. Πήρα μια βαθιά ανάσα αποχαιρετισμού και έσπευσα προς το καΐκι. Εκεί μπροστά υπήρχαν οι προμήθειες που μόλις κατεβάσανε. Λίγο πιο μετά ο εαυτός μου θα επέστρεφε για να τις κουβαλήσει.
Ανέβηκα κι ο Δούρης μάζεψε το σκοινί. Κοιταχτήκαμε μ’ ένα χαμόγελο. Ξεκίνησε κι απέμεινε να κοιτά μπροστά, στον αδιάφορο ορίζοντα. Ήταν αμίλητος όπως πάντα. Όμως αυτή την φορά ήμουν αμίλητος κι εγώ.
Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

4 σχόλια:
Τρομερό τέλος στην ιστορία!!!
Η αλήθεια είναι οτι περίμενα κανα δυο κεφάλαια ακόμα (αχόρταγη :))
εκπληκτικό
ευχαριστώ πάρα πολύ για τις όμορφες σκέψεις και την υπέροχη αφήγηση...
συνέχισε έτσι,το έργο αυτό ήταν πραγματικά υπέροχο
ευχαριστώ :)
η αλήθεια είναι πως ολοκλήρωσα την ιστορία πιο σύντομα απ' ό,τι σκόπευα λόγω έλλειψης χρόνου.
Ίσως επανέλθω κάποια στιγμή για να προσθέσω κάποια πράγματα στην πλοκή.
Τι όμορφη η δουλειά σου!
πολύ φιλικά
elkibra (Κώστας Λαδόπουλος)
Δημοσίευση σχολίου