Τρεις μέρες μετά το όνειρο ένοιωσα μια ανεξήγητη ανάγκη να δω την Θόη. Πώς μπορούσα όμως να επικοινωνήσω μαζί της; σ' ένα μέρος δίχως τηλέφωνο ποιον αρχαίο τρόπο θα έπρεπε τάχα ν' ακολουθήσω; Σκέφτηκα τις φρυκτωρίες και μπροστά στην λάμπα άρχισα να κλωτσάω και δίνω γροθιές στον αέρα οργισμένος. Αργότερα, καπνίζοντας την πίπα θυμήθηκα την παλιά μου έμπνευση και έστρωσα ένα σεμνό τραπέζι για δύο. Στριφογύρισα άσκοπα εδώ κι εκεί κοιτώντας κάθε τόσο και περιμένοντας να την δω μα το στρωμένο τραπέζι έμενε μοναχικό και άδειο. Ύστερα από πολλήν ώρα έκανα να πάω μια βόλτα έξω μα η ιδέα πως το τραπέζι θα έμενε μόνο του έτσι στρωμένο με τρόμαξε. Ποιος ξέρει αν δεν έβρισκα κάποιον άλλον εκεί όταν γύριζα! Έτσι έφαγα βιαστικά και μάζεψα.
Το βράδυ ξεφύλλιζα τον Κανονισμό με κάποια ακαθόριστη ελπίδα πως θα έβρισκα κάτι που... δεν ήξερα ακριβώς τι! κάτι! Κάθε φορά που άνοιγα αυτό το βιβλίο είχα την εντύπωση πως είχε μεταβληθεί από την τελευταία φορά. Σαν να είχαν προστεθεί και αφαιρεθεί φύλλα ή ίσως σαν τα φύλλα να είχαν αλλάξει σειρά. Για κάποιον λόγο κοντοστάθηκα σε μια μελέτη για την σπείρα που την παρουσίαζε σαν ανάπτυξη τού κύκλου σε μια τέταρτη διάσταση. Θυμήθηκα τον κυκλικό κολύμπι τού συντηρητή στο όνειρο και τον φαντάστηκα να αναλήπτεται στον ουρανό έτσι ώστε η κυκλική τού κίνηση να γίνεται σπειροειδής στον αέρα. Ένοιωσα πως αυτές οι σκέψεις δεν βγάζανε πουθενά και το παράτησα.
Έπειτα έπιασα τον Βιβλίο Συμβάντων και δίχως έκπληξη είδα πως είχε συμπληρωθεί μια καταχώρηση για τις επισκευές τού Φάρου και μάλιστα από κάτω φαινόταν να ξεπροβάλει αμυδρά κάποιο νέο κείμενο. Πάσχισα να διαβάσω το μέλλον μα και πάλι δεν μπόρεσα. Αποφάνθηκα πως καλύτερα έτσι και το έκλεισα κι αυτό.
Κατά κάποιον τρόπο όσο περνούσε ο καιρός ένοιωθα μια οργή να μεγαλώνει όλο και περισσότερο μέσα μου. Δυο εβδομάδες αργότερα επέστρεψε ο συντηρητής. Έφερε μαζί του υλικά για να επιδιορθώσουμε το μπαλκόνι. Μέσα σ' όλα είχε φέρει ξύλα και σίδερα για να στηθεί σκαλωσιά και πραγματικά κουραστήκαμε στο κουβάλημα.
Την επόμενη μέρα πιαστήκαμε και δουλεύαμε με κέφι. Γενικά αυτός ο άνθρωπος μου έφτιαχνε την διάθεση. Μια μέρα που καθίσαμε να παίξουμε τρίλιζα θυμήθηκα το όνειρο. Δίστασα να του το πω όμως ανάφερα πως:
- Σε είδα στον ύπνο μου πριν λίγο καιρό.
Το μάτι μου έπεσε πάνω στο ξερακιανό του χέρι.
- Το χέρι σου ήταν καλυμμένο με πούπουλα.
- Αν το χέρι μου είχε πούπουλα τότε μάλλον δεν ήτανε δικό μου.
- Έφαγες κι ένα ωμό ψάρι, πρόσθεσα χαμογελώντας αμήχανα.
- Τότε κι εγώ δεν ήμουν εγώ.
Μέσα σε πέντε ημέρες είχαμε τελειώσει. Το μπαλκόνι ήτανε σαν καινούργιο. Πολύ ικανός άνθρωπος. Την Δουρεία ξανακουβαλήσαμε την σκαλωσιά και την φορτώσαμε στο καΐκι. Ιδρωμένος, κουρασμένος και σχεδόν χαρούμενος, καθώς τού έσφιγγα το χέρι είχα ξάφνου συνειδητοποίησα πως τόσον καιρό δεν γνώριζα πώς τον λένε κι είχα την έμπνευση να τον ρωτήσω:
- Δεν ξέρω καν τ' όνομά σου
- Ούτε κι εγώ το δικό σου, μου απάντησε χαμογελώντας.
Έφυγε κι απέμεινα παγωμένος στην θέση μου. Το όνομά μου! Δεν ήξερε το όνομά μου! Όμως ποιο διάολο ήταν το όνομά μου; Όσο κι αν πάσχιζα δεν μπορούσε μήτε εγώ να θυμηθώ!
Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου