Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

11. Όνειρο

Κατά την διαμονή μου στον φάρο δεν θυμάμαι να έβλεπα όνειρα τις νύχτες. Όμως εκείνο το βράδυ είδα.

«Κάθομαι σ’ ένα βραχάκι στην παραλία, εκεί όπου συνηθίζαμε να καθόμαστε με τον συντηρητή και πράγματι εκεί δίπλα μου βρίσκεται ακουμπισμένο το δερμάτινο ταμπλό της τρίλιζας μοναχά που είμαι μόνος και δεν έχω με ποιον να παίξω. Τότε βλέπω τον συντηρητή κάπου μακριά, μικρό μέσα στην θάλασσα, να κολυμπάει προς τα εμένα. Φτάνει και βλέπω πως έχει στο στόμα ένα ζωντανό ψάρι που το καταβρόχθισε μαζί με άφθονο νερό, όπως έχω δει πως κάνουνε τα πουλιά εδώ πέρα. Κάθεται δίπλα μου γελαστός κι όπως στηρίζεται στο χέρι του βλέπω πως αυτό είναι βρεγμένο και καλυμμένο με χνουδοπούπουλα σαν αυτά ενός νεοσσού. Σε αντίθεση με το πώς συνηθίζαμε πραγματικά, τώρα έχω εγώ τα πράσινα βότσαλα κι αυτός τα άσπρα. Κοιτώ το δερμάτινο ταμπλό και βλέπω πως αντί για τα τρία ομόκεντρα τετράγωνα εκεί υπάρχει ζωγραφισμένος μοναχά ένας κύκλος και γεμίζω φόβο κι ανησυχία γιατί αυτό το παιχνίδι δεν το ξέρω. Τότε βλέπω το χέρι του που ακουμπά εκεί πάνω μια μεγάλη άσπρη πέτρα που τον καλύπτει όλο κι είναι σαν αυτή να ήταν μια κίνηση του παιχνιδιού. Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω πως αντί για βότσαλα έχει μια στοίβα με τέτοιες μεγάλες πέτρες. Μου λέει:
— Αυτές παίρνω πάντα!
Όσο εγώ σκέφτομαι αμήχανος τί να παίξω αυτός χαμογελάει και βουτάει και πάλι σαν για να ψάξει να βρει να φάει κι άλλο ψάρι. Τον βλέπω και πάλι από μακριά να κολυμπάει σε κύκλους και τότε νοιώθω μεγάλη ανησυχία γιατί σκέφτομαι πως έχει εγκλωβιστεί και δεν θα τα καταφέρει.

Ξαφνικά βρίσκομαι μπροστά στην λάμπα τού φάρου, ακόμη γεμάτος ανησυχία όμως τώρα για την λάμπα. Έχω ανακαλύψει στην βάση της δυο μεγάλες τρύπες που γίναν με την καταιγίδα και που διέφυγαν την προσοχή μας μέχρι τώρα. Τότε ακούω ένα τακ-τακ σαν βήματα που πλησιάζουν και κοιτώ προς την σκάλα να δω ποιος θα φανεί. Ο ήχος συνεχίζεται και σκέφτομαι πως όποιος και να είναι θα έπρεπε πια να είχε ξεπροβάλλει. Μάλλον είμαι ριγμένος στο πάτωμα και βλέπω από πέρα δυο γυναικεία πόδια να με πλησιάζουν. Φοράνε δυο μεγάλα όστρακα σαν τσόκαρα κι είναι αυτά που κάνουν τον θόρυβο. Νοιώθω πως είναι η Θόη όμως δεν προλαβαίνω να σηκωθώ. Μάλλον σκύβει και βλέπω τα χέρια της. Βγάζει τα όστρακα από τα πόδια και μου τα δίνει. Είναι μεγάλα, λευκά και στις άκρες ασημένια. Κάποιος έχει χαράξει επάνω τους γεωμετρικά σχήματα κι ανάμεσα σκόρπια γράμματα. Ξεχωρίζω έναν αγκυλωτό σταυρό που όμως καταλαβαίνω πως δεν απεικονίζει κάτι χιτλερικό παρά είναι ένα αρχαίο κόσμημα. Στ’ αριστερά μάλλον υπάρχει γραμμένη η λέξη ΓΡΑΜΜΑ με κεφαλαία. Είμαι σίγουρος πως θυμάμαι το κεφαλαίο γάμα. Κάνω να ρωτήσω την Θόη για μια εξήγηση μα βλέπω πως κλείνει τ’ αυτιά της καλά με τα χέρια σαν να μην αντέχει να με ακούσει. Παίρνω τα όστρακα και τα βάζω στις δυο τρύπες στην βάση της λάμπας και βλέπω πως ταιριάζουν απόλυτα. Κουμπώνουν κάνοντας ένα κλικ και ξάφνου η λάμπα αρχίζει να λειτουργεί. Αρχίζει να περιστρέφεται όμως κάπου βρίσκει κι ακούγεται ένα συνεχές τικ - τικ. Βλέπω πως η Θόη βρίσκεται τώρα εγκλωβισμένη μέσα σ’ ένα από τα κρύσταλλα. Είναι πολύ μικρή κι ακόμη κρατάει κλειστά τ’ αυτιά της. Η λάμπα γυρίζει μια στροφή και την ξαναβλέπω μ’ αυτή την φορά έχει όλο το πρόσωπο καλυμμένο με τα μακριά μαλλιά της. Η λάμπα γυρίζει συνεχώς και μέσα στα δύο κρύσταλλα που εναλλάσσονται βλέπω διάφορες εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη κι είναι σαν να κοιτώ σε καλειδοσκόπιο. Είναι σαν φωτογραφίες από την παραμονή μου στον φάρο που μπερδεύονται όμως υπάρχει μια εικόνα που επιστρέφει πάντοτε ίδια: εγώ να στέκομαι διστακτικός στην είσοδο του φάρου όπως εκείνη την πρώτη φορά που έφτασα εδώ πέρα. Η λάμπα που γυρίζει αρχίζει να μου προκαλεί τρόμο. Απλώνω τα χέρια και προσπαθώ να την σταματήσω όμως τα χέρια μου πονάνε, είναι πληγωμένα κι όπως γυρίζει η λάμπα τα χτυπά. Παίρνω φόρα και ορμάω επάνω της και…»

Ξύπνησα ιδρωμένος από το έντονο όνειρο. Έμεινα για λίγη ώρα ανακαθισμένος και μπερδεμένος μέσ’ στο σκοτάδι. Έπειτα συνήλθα, έψαξα κι άναψα την λάμπα πετρελαίου πού ‘χω πάντα ακουμπισμένη δίπλα μου. Έξω φυσούσε και το παντζούρι που βρέθηκε ανοιχτό χτυπούσε. Σκέφτηκα πως σ’ αυτό οφείλονταν όλα αυτά τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα μέσα στ’ όνειρο. Σ’ αυτήν μου την σκέψη κάτι με ανατρίχιασε. Σηκώθηκα κι έκλεισα το παντζούρι. Έπεσα και στο υπόλοιπο της νύχτας κοιμήθηκα ήρεμα.