Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

9. Ειμαρμένη

Οι ημέρες συνέχισαν να κυλούν αργές κι όπως τα χέρια μου αρχίσαν να μπορούνε και πάλι να πιάνουνε, καταπιάστηκα ράθυμα να καθαρίζω και να τακτοποιώ τα χαλάσματα που άφησε πίσω η καταιγίδα. Σήκωσα τα ριγμένα έπιπλα, σκούπισα, καθάρισα και πάνω, στην λάμπα, μάζεψα την σαβούρα και την έριξα κάτω, σπασμένα γυαλιά κυρίως κι ένοιωθα μια ικανοποίηση γεμάτη κακία όπως τ’ άκουγα να διαλύονται σε ακόμη μικρότερα κομμάτια στο έδαφος.

Παράλληλα, σε ανύποπτο χρόνο έρχονταν και με χτυπούσαν σαν ηλεκτρική εκκένωση εικόνες παράξενες, ξένες, φευγαλέες οπτασίες που παρεμβάλλονταν για μια αυθαίρετη στιγμή μέσ’ στα μάτια μου. Άλλες γαλήνιες όπως δυο χέρια που λαδώναν ένα χοντρό σκοινί κι άλλες γεμάτες βία όπως ένα ξίφος που έπεφτε και βυθιζόταν σ’ έναν ώμο. Κρατούσαν μοναχά ένα δυο δευτερόλεπτα μα σ’ αυτό το λίγο χανόμουν ολότελα και μια φορά παραλίγο να γκρεμιστώ από τις σκάλες. Είχα την πεποίθηση πως οι εικόνες αυτές ανήκαν στην πρωτινή ζωή του ξεπεσμένου ήρωα, παρενέργειες που μού άφησε το κοντινό του ξεψύχισμα.

Μια μέρα σκέφτηκα πως έπρεπε να σημειώσω την τρομερή καταιγίδα στο Βιβλίο Συμβάντων και κάθισα στο γραφείο με την πένα στο χέρι και το μεγάλο Βιβλίο μπροστά μου μα όπως το άνοιξα διαπίστωσα πως αυτή είχε ήδη σημειωθεί εκεί από κάποιον! Έκπληκτος έσκυψα και κοίταξα από κοντά το σύντομο κείμενο. Διάβολε, αυτά ήτανε τα δικά μου γράμματα! Κι όμως θα ορκιζόμουν πως αυτό το βιβλίο το άνοιξα μοναχά μονάχα μία φορά, όταν πρωτόρθα στον φάρο! Η παράδοξη αυτή ανακάλυψη ταρακούνησε τις αισθήσεις μου που όλον αυτόν τον καιρό είχανε πέσει σε λήθαργο. Το ακριβές κείμενο είχε ως εξής:
Δουρία, ε´ Απελλαίου λζ´
Ισχυρή καταιγίδα έπληξε το νησί και τον Φάρο. Σημαντικές ζημιές. Όλα τα τζάμια του κτίσματος θρυμματίστηκαν και η λάμπα υπέστη φθορά. Το μισό μπαλκόνι καταστράφηκε και στον τοίχο κάτω από αυτό διαπιστώθηκε κάθετο ρήγμα περί τα δύο μέτρα. Τραυματισμός του φαροφύλακα.

Πέρασα ώρες κοιτώντας τρομαγμένος τις απρόσμενες αράδες και μελετώντας τες εξερευνητικά. Απορούσα, πάσχιζα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει εκεί μια καταχώρηση γραμμένη από εμένα που όμως εγώ δεν θυμόμουν να έχω γράψει! Μήπως ζούσα στιγμές που σβήνονταν στην άβυσσο του μυαλού; σε μια παρείσακτη αμνησία; Τι συνέβαινε; Δεν είχα εξηγήσεις κι η ακατανόητη ημερομηνία μού προκαλούσε ίλιγγο. Δουρία βεβαίως παρέπεμπε στον Δούρη, όμως και πάλι…

Νύχτωσε, και πριν ξαπλώσω έριχνα μια τελευταία ματιά και τότε, γυρίζοντας την σελίδα με το φως της λάμπας πετρελαίου να την χτυπάει από πίσω πρόσεξα πως σαν να υπήρχε κάτι ακόμη στην σελίδα. Έφερα το πρόσωπο κοντά να δω καλύτερα. Πράγματι, λίγο πιο κάτω από την σημείωση για την καταιγίδα φαινόταν αχνογραμμένες μερικές γραμμές ακόμη, θα έλεγες πως ήταν η επόμενη καταχώρηση. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Άρχισα να πιστεύω πως οι λευκές σελίδες αυτού του βιβλίου κατά κάποιον τρόπο ήσαν ήδη γραμμένες με όλα αυτά που πρόκειται να συμβούν. Καθώς τα γεγονότα πλησιάζουν το μελάνι αρχίζει να προκύπτει και να σκουραίνει κι είναι πια αναγνώσιμο όταν αυτά συμβούν! Η ειμαρμένη! Το γραφτό! Η μοίρα! Είχα πράγματι το βαρύτερο βιβλίο του κόσμου εκεί μπροστά μου;

Τις επόμενες ημέρες έκανα πολλές προσπάθειες να διαβάσω το αχνό κείμενο στο άπλετο φως της ημέρας όμως μού στάθηκε αδύνατο να βεβαιωθώ έστω και για ένα γράμμα. Έβλεπα το βιβλίο αυτό να ταλανίζει κι άλλο την πληγωμένη ψυχική μου ισορροπία. Το επέστρεψα λοιπόν στην θέση του και προσπάθησα να το ξεχάσω.