Έπειτα έλειψα για πολύν χρόνο βυθισμένος στο τίποτε κι όταν συνήλθα ήταν σαν να επέστρεφα από την απόλυτη ανυπαρξία. Μια συνείδηση που γεννιέται μέσ' στο κενό, μια πρώτη ιδέα που πασχίζει να μαντέψει πού βρίσκεται και δίχως καμιά άλλη αίσθηση ήμουν όλος αυτή η μουδιασμένη σκέψη. Άνοιξα τα μάτια κι ένα αμυδρό, θολό φως κόλλησε πάνω τους. Τότε για μια στιγμή είχα συναίσθηση πως το κορμί μου ήταν ένας σωρός σωριασμένα μέλη, πέρα από την δική μου βούληση, κι έπειτα επιτέλους το ένοιωσα και ήτανε όλο ένας πόνος!
Έβγαλα μια βαθιά κραυγή και πνιγόμουν δίχως αέρα στο στήθος κι αυτή η πάλη γι’ ανάσα διήρκησε λεπτά. Κάθε που εισέπνεα πονούσα κι ήταν φανερό πως ήμουν χτυπημένος. Έκανα να σηκωθώ κι όπως ακούμπησα τα χέρια κάτω σφάδασα και πάλι από πόνο γιατί ήταν σαν να ‘χα ακουμπήσει τις παλάμες σε πυρακτωμένο σίδηρο. Με πολύν κόπο και κρατώντας τα χέρια κολλητά πάνω μου γονάτισα και σηκώθηκα. Κινήθηκα προς την πόρτα μα τ’ αδύναμά μου βήματα με έριξαν σ’ έναν τοίχο κι ακουμπώντας σε αυτόν την έφτασα, άνοιξα και μπήκε μέσα φως και δροσερός αέρας.
Ήταν ένα φρέσκο πρωινό και μονάχα μερικά λευκά σύννεφα κρέμονταν σκόρπια πέρα μακριά. Και τότε με την μία ήρθανε στο μυαλό μου όλα! Η τρομερή καταιγίδα με τα θεόρατα κύματα, τα μαστιγώματα του αέρα, τα γυαλιά που με έκοβαν. Έφερα τα χέρια μπροστά στα μάτια και τρόμαξα. Ήτανε χαραγμένα με βαθιές ουλές και πρησμένα, θά ‘λεγες διπλάσια σε μέγεθος, αφύσικα, ξένα. Τότε θυμήθηκα τον κέπφο και στράφηκα πίσω. Εκεί στην μέση κειτόταν ένα μικρό κουφάρι. Γονάτισα δίπλα του κι ήμουν κι εγώ άδειος από ψυχή κι έμεινα έτσι κάμποσην ώρα.
Όταν τον σήκωσα στην αγκαλιά μου, το μικρό κεφάλι κρεμάστηκε άψυχο κι αυτή η εικόνα με στεναχώρησε ακόμη πιο πολύ. Το βόλεψα κι αυτό μέσ’ στα χέρια και πήγα πίσω απ’ τον φάρο. Μού ήταν αδύνατο να σκάψω κι έτσι άφησα το νεκρό πουλί σ’ ένα κοίλωμα και στοίβαξα πάνω του πέτρες που τις κατρακύλησα με το πόδι. Άφησα δυο-τρεις βαθιές ανάσες για προσευχή κι έφυγα.
Αργότερα πιάστηκα να περιποιούμαι τις πληγές. Καθάρισα τα χέρια με ιώδιο και τα τύλιξα με γάζες. Παρέμεναν διογκωμένα. Είχα μια μεγάλη μελανιά που έπιανε όλη την δεξιά μεριά του θώρακά και πολλούς μώλωπες και σκισίματα στα πόδια. Στο πρόσωπο υπήρχε μονάχα μια βαθιά τομή από το αριστερό αυτί έως την άκρη του ματιού όμως το βλέμμα μου είχε βυθιστεί μέσα στις κόχες και με κοίταζε από πολύ μακριά μέσ’ στον καθρέφτη.
Την μικρότερη ζημιά την είχε υποστεί το δωμάτιο, ίσως επειδή τα παράθυρα, μικρά σε μέγεθος, ακόμη κι αν σπάσαν δεν αφήσαν πολύ χαλασμό να εισβάλλει. Επάνω όμως, το δώμα του φανού, είχε καταστραφεί! Δεν είχε απομείνει ούτε ένα τζάμι κι ο μηχανισμός της λάμπας έδειχνε να έχει ζημιές. Όταν πρωτόρθα στον φάρο πίστεψα πως βρισκόμουν στο μηδέν και να που τώρα είχα υποχωρήσει στο μείον!
Έτσι περάσαν ημέρες άπραγες, δίχως έργο, δίχως καν σκέψη. Έτρωγα λίγο κι όπως άλλαζα καθημερινά τις γάζες έβλεπα τα χέρια μου σιγά-σιγά να ξεπρήζονται. Ακόμη όμως δεν μπορούσα να πιάσω τίποτε κι όταν χρειαζόταν να κάνω την ανάγκη μου ένοιωθα ντροπή που δεν μπορούσανε να με βοηθήσουν.
Περνούσα ώρες χαζεύοντας αφηρημένα τον χτυπημένο φάρο. Επάνω, δίχως τζάμια, τα πουλιά μπαίναν και βγαίναν στο νέο τους στέκι. Σε ένα σημείο υπήρχε μια βαθιά, κάθετη ρωγμή γύρω στα δύο μέτρα την οποία δεν θυμόμουν να υπήρχε μα μού φαινόταν κι αδύνατο να έχει προκληθεί από την καταιγίδα, όσο δυνατή κι αν ήταν αυτή. Ώσπου μια μέρα φάνηκε από πέρα το καΐκι τού Δούρη. Τον υποδέχθηκα αμίλητος.
Μάλλον ήξερε, γιατί είχε φέρει επιδέσμους και άλλες πρώτες βοήθειες και πρώτη φορά κατέβηκε απ’ το καΐκι και ξεφόρτωσε και κουβάλησε μονάχος τα κιβώτια μέχρι μέσα. Πριν φύγει κοντοστάθηκε και με κοίταξε.
- Χρειάζεσαι τίποτε;
Κι εγώ που πάντα χρειαζόμουν και ζητούσα, τώρα που ήμουν όσο ποτέ άλλοτε αδειανός:
- Τίποτε! του είπα.
- Θα πω να στείλουν τον συντηρητή! είπε, κι έβαλε μπρος. Τότε πρόσεξα για πρώτη φορά στην καρίνα τ' όνομα τού καϊκιού: "NIHIL".
Εκείνη την στιγμή δεν με ενδιέφερε καθόλου ο συντηρητής μήτε αν και πότε θα ερχόταν. Πήγα μέσα και άλλαξα επιδέσμους. Για πρώτη φορά προσπάθησα να κρατήσω κάτι με τον δείκτη και τον αντίχειρα και τα κατάφερα. Άνοιξα μια κονσέρβα με σούπα, την ζέστανα και την ρούφηξα κι όπως την ένοιωσα να κατεβαίνει ζεστή τον οισοφάγο μου, για μια στιγμή ένοιωσα σχεδόν ωραία.
Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2020
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου