Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2022

6. Θόη

Δεν νομίζω πως μπορώ να την περιγράψω γιατί απλά ήτανε πέρα απ’ τις λέξεις μα ας πούμε πως ήταν όπως περίπου την φαντάζεσαι κι όταν την κοιτούσες ένοιωθες ένα συναίσθημα σαν απροσδόκητο φόβο, ξεχασμένη ανάγκη και σκίρτημα.

Στο καλοσχηματισμένο πρόσωπο το βλέμμα της ήτανε αποφασιστικό και κουρασμένο. Με κοιτούσε κι εγώ κοντοστάθηκα σχεδόν τρομαγμένος. Έψαξα να βρω να πω κάτι μα τότε αυτή χαμογέλασε κι έτσι κάθισα κι εγώ στο τραπέζι. Άρχισε να τρώει κι έκανα κι εγώ το ίδιο νοιώθοντας πως ήδη ακολουθούσα. Όταν τελειώσαμε βρέθηκα να κοιτώ αφηρημένα τα δυο σκουλαρίκια που πρόβαλλαν μέσα από τα μακριά μαλλιά της ώσπου μ’ επανέφερε η πρώτη της λέξη:
– Θόη!
Κι όπως πρόφερε αυτό τ’ όνομα ένας μικρός άνεμος βούτηξε στο δωμάτιο που τον ένοιωσα στα μαλλιά και στα μάτια. Κατάλαβα πως αυτό ήτανε τ’ όνομά της κι έμεινα για λίγο αβέβαιος ψάχνοντας το δικό μου όνομα που δεν μου ερχόταν:
– Εγώ είμαι ο φαροφύλακας! είπα αναπόφευκτα κι αυτή και πάλι χαμογέλασε:
– Ναι, ξέρω...

Έτσι πιαστήκαμε να συζητούμε και μόνο για θέματα που αφορούσαν τον νησί, τον φάρο, την θάλασσα κι ήταν σαν να μην είχα πρωτινή ζωή. Φαινόταν να ξέρει πολλά και μου εξήγησε για παράδειγμα πως ο κέπφος είναι σημαντικός και πως στην συνάντηση μας πέρασα από κάποια ακαθόριστη δοκιμασία.
– Επιτυχώς, με διαβεβαίωσε. Έπρεπε να ξέρει εάν μπορεί να σ’ εμπιστευτεί στα σχέδιά του.
– Ποια σχέδιά του; εδώ μετά βίας τα βγάζω πέρα με τις δικές μου ευθύνες!
– Δεν μπορούμε όμως να ζούμε μοναχά για τις δικές μας ευθύνες!

Μου ήτανε πια ξεκάθαρο πως είχε θεία καταγωγή γιατί το φως της έφτανε ζεστό στα μάτια μου κι η φωνή της παρέμενε ανεξήγητα πολύ πριν σβήσει μέσα στον χώρο. Ρώταγα αχόρταγα να μάθω επειδή πραγματικά είχε απαντήσεις. Την ρώτησα για τον Δούρη και μού εξήγησε πως αυτός έχανε ημέρες γιατί ταξίδευε πάντοτε με τον ήλιο στην πλάτη, πράγμα που δεν μπόρεσα να συλλάβω καλά.

Ξάφνου από μακριά ακούστηκε ένας κεραυνός κι αυτή σαν να κατάλαβε πως ξεχάστηκε εδώ και έπρεπε να φύγει, σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. Έσπευσα να προλάβω μια τελευταία απορία:
– Εσύ με φρόντιζες όλες αυτές τις ημέρες; Γιατί;
Τότε κοντοστάθηκε και με κοίταξε σοβαρά:
– Διότι μού πήρες το καντήλι!
Την κοίταξα για λίγο σαστισμένος. Πήγα κάτι να πω μα τότε κατάλαβα: ήτανε η γυναίκα στην γκραβούρα! Ψέλλισα κάτι μισόλογα κι όταν ξανασήκωσα τα μάτια είδα πως και πάλι μού χαμογελούσε σαν μια μητέρα που δείχνει κατανόηση στα ατοπήματα ενός παιδιού. Και πράγματι, έβλεπα πια πως αυτό το καντήλι που είναι τόσο ανεπαρκές για έναν φάρο, ήταν αρκετό για να φωτίζει την όμορφη ζωγραφιά της. Φαίνεται πως για ακόμη μια φορά υπήρξα απρόσεκτος. Για ακόμη μια φορά μοίρασα λάθος!
– Πώς μπορώ να επανορθώσω;
– Να μ’ αγαπάς για πάντα!
Έλπισα πως το έλεγε στ’ αστεία διότι αυτό ήταν ένα πολύ ακριβό τίμημα και θέλησα να διαπραγματευτώ μιαν έκπτωση!
– Το δικό μου το πάντα ή το δικό σου;
Ένας δεύτερος κρότος ξανακούστηκε και τότε με έγνοια μού εξήγησε:
– Μια καταιγίδα, άγρια όσο δεν έχεις φανταστεί, έρχεται! Είναι αρκετά μεγάλη για να γκρεμίσει έναν φάρο ή να καταποντίσει ένα νησάκι σαν κι αυτό! Προς το παρόν φρόντισε μονάχα να επιζήσεις!
Κι έπειτα άνοιξε βιαστικά την πόρτα, τα πόδια της γυμνά πάνω στις πέτρες, και χάθηκε κι εγώ απέμεινα να κοιτώ μέσα απ’ αυτήν έναν σκοτεινιασμένο ουρανό που έμοιαζε να πλησιάζει.