Τις επόμενες ημέρες λοιπόν συνεχώς έβρισκα και κάποια περιποίηση: την μία το κρεβάτι μου στρωμένο, την άλλη τα πράγματά μου τακτοποιημένα κι είχα βαλθεί με πείσμα να ανακαλύψω την λαθραία παρουσία. Έτσι έμενα κρυμμένος πίσω απ’ την πόρτα ή κάτω απ’ το κρεβάτι κι αφουγκραζόμουν για ώρα σιωπηλός ή άλλες φορές φώναζα δυνατά παρακαλώντας να εμφανιστεί ο κρυφός φίλος. Όταν ήμουν επάνω, έκανα ξαφνικές εφόδους κάτω κι αντίστροφα, πραγματικά πετώντας πάνω απ’ τα σκαλιά μα καμιά τεχνική δεν φαινόταν ν’ αποδίδει κι έτσι παρέμενα απορημένος εμπρός στην σεμνή κι απρόσωπη φροντίδα ενός ξένου.
Ο Δούρης κατέφθασε και πάλι καθυστερημένος, κι είμαι σίγουρος πως ήταν και πάλι εννέα οι ημέρες γιατί αυτή την φορά τις σημείωσα επίτηδες σ’ ένα χαρτί, μα δεν του μίλησα καθόλου. Είχα τόσο συγκεκριμένα πράγματα να με απασχολούν και φοβόμουν τις ακαθόριστές του απαντήσεις.
Μέσα στις προμήθειες υπήρχε ένα σακουλάκι με καπνό και θυμήθηκα πως είχα δει μια πίπα σ’ ένα συρτάρι. Άραξα στην καρέκλα και γέμισα την πίπα. Το σακουλάκι έγραφε με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα "Έρμα" κι από κάτω "χαρμάνι δανέζικον". Γέμισα και άναψα. Ο καπνός δεν ήταν αρωματικός κι όσο κάπνιζα όλο και περισσότερο ένοιωθα την γλώσσα μου να καίγεται κι έβλεπα τον καπνό να βγαίνει όλο και σε πυκνότερες τούφες. Και ξάφνου είχα την λύση.
Έτρεξα κάτω κι έστρωσα μ’ ό,τι είχα ένα όμορφο τραπέζι για δύο. Το κερί στην μέση, δίπλα ψωμί, τόνος στα πιάτα με ελιές και ξύδι βαλσάμικο και μια σαλάτα με φρέσκο μαρούλι. Μπήκα για λίγο στο μπάνιο να βρέξω το πρόσωπό μου κι όπως γύρισα την είδα να κάθεται στο τραπέζι και να με περιμένει.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου