Έτσι προχώρησα να εξερευνήσω το νησί. Κοιτώντας πάνω απ’ τον φάρο είχα διαπιστώσει πως ήταν μακρόστενο κι είχα υπολογίσει πως δεν έπρεπε να ξεπερνά τα τριάμιση χιλιόμετρα. Βρέθηκα λοιπόν να περπατώ ανάμεσα στα δέντρα τα οποία στην μέση του νησιού πυκνώνανε σε ένα μικρό δάσος κι εκεί στην καρδιά του βγήκα σ’ ένα μικρό ξέφωτο. Μικρές πράσινες κάμπιες σέρνονταν σε σειρές κάτω απ’ τα δέντρα, έσκυψα, πήρα μία στην χούφτα μου κι αυτή τυλίχθηκε γύρω από τον παράμεσό μου σαν δαχτυλίδι. Τότε πρόσεξα παραξενεμένος πως εκεί παραδίπλα υπήρχε ένα μικρό μονοπάτι. Το περπάτησα και βγήκα σε μια μικρή παραλία με βότσαλα κι εκεί βρήκα να στέκει ένα μαύρο πουλί με λευκά φτερά και κατακόκκινα πόδια που αμέσως το αναγνώρισα από μιαν εικόνα που είχα δει μεσ’ στον κανονισμό: ήταν ένας κέπφος. Με πρόσεξε κι αυτός και φαινόταν μάλιστα να με περιεργάζεται ακριβώς όπως τον περιεργαζόμουν κι εγώ όταν ξάφνου πέταξε κι ήρθε μπροστά μου, σήκωσε το κεφάλι ψηλά σαν για να με δει κι έπειτα μου έδωσε μια μυτιά στο παπούτσι, πράγμα που με ξάφνιασε! Μείναμε για λίγο ακίνητοι κι οι δυο κι έπειτα πέταξε μακριά. Το υπόλοιπο νησί γύρω-γύρω ήτανε απόκρημνος βράχος.
Επέστρεψα με μια ικανοποίηση από την εξόρμησή μου μα όπως μπήκα στο δωμάτιο με περίμενε μια έκπληξη. Διότι κάποιος είχε στρώσει το τραπέζι. Πιάτο με φαγητό, ποτήρι με κρασί, ψωμί, το κερί αναμμένο και η καρέκλα τραβηγμένη πίσω, έτοιμη για να καθίσω.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου