Μια απ’ τις βασικές έγνοιες λοιπόν εκείνης της πρώτης ημέρας ήταν να λειτουργήσω τον φάρο. Στο γραφείο βρήκα ακουμπισμένα δύο μεγάλα, σκληρόδετα βιβλία: το ένα μαύρο, έφερε με ασημένια γράμματα τον τίτλο "Κανονισμός", το άλλο με γαλάζιο εξώφυλλο έγραφε "Βιβλίο Συμβάντων" και είχε μοναχά λευκές σελίδες.
Καταπιάστηκα λοιπόν να διαβάζω τον Κανονισμό μα αμέσως διαπίστωσα παραξενεμένος πως αυτός αποτελούταν από φύλλα κομμένα από άλλα βιβλία, δεμένα και κομμένα ώστε να ταιριάζουν σε σχήμα έτσι που από ορισμένες σελίδες να έχουν κοπεί μέχρι και γράμματα. Ένα αλλοπρόσαλλο συνοθύλευμα από κείμενα, φαινομενικά τουλάχιστον άσχετα μεταξύ τους, με τυχαίους αριθμούς σελίδας, διαφορετικούς τύπους γραμμάτων κ.τ.λ. Πρόσεξα πως ήτανε χωρισμένα σε ενότητες. Υπήρχε για παράδειγμα η ενότητα "Λειτουργία του Φάρου" όμως εκεί το πρώτο πράγμα που συναντούσε κανείς ήτανε μια σελίδα με καλλιγραφικές ασκήσεις για το γράμμα Φ από κάποιο βιβλίο του Δημοτικού και αμέσως μετά το απόκομμα μιας εφημερίδας με ένα άρθρο για τους κεραυνούς και μια ακαθόριστη ασπρόμαυρη φωτογραφία που μάλλον παρουσίαζε σκοτεινιασμένα σύννεφα. Η ενότητα "Ευθύνες του Φαροφύλακα" πάλι, ξεκινούσε με μια μελέτη για το πώς χορευόταν το φαντάνγκο στα περίχωρα της Σεβίλλης στα τέλη του 19ου αιώνα και ακολουθούσε ένα από εκείνα τα σχεδιαγράμματα με τις αριθμημένες πατούσες που παρουσίαζε τα βήματα. Πιάστηκα κι εγώ λοιπόν να προσπαθώ να μάθω μέσα από μια δυσνόητη απεικόνιση και δίχως μουσική τα βήματα ενός ξεχασμένου χορού.
Κάποια στιγμή βρέθηκα στο δώμα του φανού να επιθεωρώ τον μηχανισμό. Φαινόταν λοιπόν πως έκαιγε λάδι μα όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα πουθενά, κι εγώ, διάολε, είχα μια βαθιά έγνοια να ανάψω τον φανό και να φανώ αντάξιος αυτής της θέσης. Ψάχνοντας στο δωμάτιο πρόσεξα πως ψηλά στον τοίχο υπήρχε ένα εικονοστάσι και ανέβηκα σε μια καρέκλα για να το φτάσω. Εκεί υπήρχε μοναχά μια γκραβούρα κομμένη κι αυτή από κάποιο βιβλίο, κυρτωμένη από την πολυκαιρία, που παρίστανε μια γυναικεία μορφή δίχως φωτοστέφανο. Το μάτι μου στάθηκε λιγάκι στο όμορφο πρόσωπο που φώτιζε ένα γλυκό χαμόγελο. Μπροστά, όπως είχα προβλέψει, υπήρχε ένα σβησμένο καντήλι, το πήρα, συμπλήρωσα λίγο μαγειρικό λάδι κι έπειτα ανέβηκα και το απόθεσα μέσα στην λάμπα κι εκεί το άναψα. Εντάξει, το φως ήτανε λιγοστό μα ούτως ή άλλως το σκοτάδι ποτέ δεν κερδίζεται πραγματικά και τέλος πάντων, εδώ έκανα μια ταπεινή αρχή που ίσως εξελισσόταν σε θρίαμβο κι αν αυτός είναι ένας θρίαμβος απίθανος τότε δεν δικαιούται τάχα μια φρούδα ελπίδα;
Έπειτα βγήκα στο μπαλκόνι κι εκεί καταπιάστηκα να στερεώνω δυο πεσμένα σίδερα. Πέρα μακριά αστράφτανε κεραυνοί από μια καταιγίδα που κατέφθανε. Πλάγιοι κεραυνοί που ξεκινούσαν μέσα απ’ τα σύννεφα και μέσα στα σύννεφα χάνονταν και σκέφτηκα πως ίσως τελικά έπρεπε να είχα διαβάσει εκείνο το απόκομμα. Σε λίγο έφτασε ένας τρελός αέρας με βροχή που έκανε ένα παντζούρι από κάτω να χτυπά μανιασμένα, σχεδόν ρυθμικά και τότε με μια ξαφνική παρόρμηση άρχισα να χορεύω ένα υποτιθέμενο φαντάνγκο. Ήδη είχα αρχίσει να μου γίνεται φανερό πως ο Κανονισμός ήταν ένα βιβλίο που έπρεπε να μελετήσω.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου