Πολύ χρόνο περνούσα στο δώμα, σκυμμένος πάνω από τον μηχανισμό της λάμπας, ένα πολύπλοκο μηχανικό σύστημα από γρανάζια, ιμάντες και μοχλούς που είχαν αρχίσει να σκουριάζουν και πραγματικά ένοιωθα μια μεγάλη έγνοια αν τάχα όλα αυτά ήτανε δυνατόν να λειτουργήσουνε ποτέ ξανά και πάλι με ελαιόλαδο καταπιανόμουν να τρίβω την σκουριά και να καθαρίζω ό,τι μπορούσα και συμπλήρωνα το καντήλι για να συνεχίσει να καίει μα όταν κοιτούσα πέρα, έξω από το τζάμι, έβλεπα μοναχά έναν αφημένο ορίζοντα και μια θάλασσα ξεχασμένη. Χαμογελούσα τότε σχεδόν γαλήνιος γιατί τίποτα δεν δικαιώνει τόσο τον μάταιο αγώνα όσο ένας ανέλπιδος πόλεμος κι επέστρεφα διπλά πεισμωμένος στα μαστορέματα.
Την ένατη ημέρα είδα το καΐκι τού Δούρη να καταφθάνει κι έσπευσα. Τράβηξα το σκοινί που μου πέταξε κι όπως το τραβούσα να έρθει κοντά:
– Άργησες δυο ημέρες! του φώναξα.
– Όχι! Εσύ έχασες δυο ημέρες στο μέτρημα!
– Χρειάζομαι λάδι για την λάμπα!
– Ναι! χρειάζεσαι!
Ήμασταν πια κοντά και κοίταξα λίγο καλύτερα το πρόσωπό του να δω εάν με κορόιδευε μα μου φάνηκε σχεδόν αφηρημένος. Άρχισε μέσα από το καΐκι να μου δίνει τα εφόδια κι όπως τα έπαιρνα του εξήγησα:
– Θέλω να βάλω μπρος την λάμπα! μου έχει φάει όλο το ελαιόλαδο.
– Τρέφεστε από την ίδια τροφή!
Κοντοστάθηκα. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.
– Λείπουν και δυο μικρά γρανάζια!
Με κοίταξε παραξενεμένος κι έπειτα πήγε λίγο πιο πίσω, έσκυψε και σήκωσε να δω την καδένα.
– Μου λείπει η άγκυρα, είπε.
Μείναμε για λίγο αμίλητοι κι οι δύο. Έπειτα όταν έκανε να φύγει τον ρώτησα:
– Δεν θα κατέβεις καθόλου;
– Ο φάρος σου, το καΐκι μου! μου φώναξε μέσα απ’ τον πάταγο της μηχανής που έπαιρνε μπρος.
Αργότερα μασουλούσα γαλέτες, έπινα καυτό καφέ, σκεπτόμουν κι υποπτευόμουν πως κι αυτόν κάποτε τον πλησίασαν και του προσέφεραν την θέση του βαρκάρη.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου