Τρίτη, 29 Ιουνίου 2027

1. Άνεργος Φάρος

Κι όμως υπήρξα πράγματι φαροφύλακας. Αν και κατά κάποιον τρόπο διαπιστώνω πως μου είναι αδύνατο να υπολογίσω για πόσον καιρό ακριβώς –ήτανε τάχα για μήνες; για χρόνια; για ιστορικές εποχές;– όμως υπήρξα αληθινά και θα το ορκιζόμουνα και στους θεούς αν χρειαζόταν.

Ήτανε μια στιγμή που, πιο πολύ από άσκοπο πείσμα, πάλευα να ξετρυπώσω ένα τάλιρο που μου είχε πέσει στο λιθόστρωτο κι είχε χαθεί κάτω από έναν παρατημένο πάγκο όταν με πλησιάσανε δυο τύποι με καπέλα και μου είπανε για την θέση. Έκανα λοιπόν πως με ενδιέφερε να κερδίσω το χρήμα που μόλις έχασα:
– Κι η αμοιβή; ρώτησα με ενδιαφέρον.
– Θα πληρωθείς με το ίδιο νόμισμα! μου είπαν.
Και μετρούσα τόσες πολλές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις τα τελευταία χρόνια που ένοιωσα ξάφνου την ανάγκη να συμφωνήσω και εγώ με κάτι κι έτσι δέχθηκα.

Όταν ύστερα από ένα σπασμωδικό ταξίδι που κράτησε μια ολόκληρη μέρα, έφτανα στον φάρο, είχα μαζί μου όλα τα διαπιστευτήρια: παιδιάστικα όνειρα, ενήλικες αυταπάτες και ενδόμυχες ελπίδες για μια συντέλεια, μα όπως διαπίστωσα εκεί δεν με περίμενε κανείς. Κι αλήθεια, ποιος θα μπορούσε πράγματι να με περιμένει; Διότι αυτός ήτανε ένας φάρος σβηστός και ξεχασμένος σ’ ένα ακρωτήρι που βρισκότανε πια έξω απ’ τις γραμμές των καραβιών, έξω απ’ τις ρότες κι αναρωτήθηκα αν ήταν τάχα το υπηρεσιακό καθήκον που τον κρατούσε καθηλωμένο και άνεργο εκεί στην άκρη του βράχου και στο επίμονο κύμα ή κάποια δεισιδαιμονία, ίδια μ’ αυτές που κρατούν εμάς προσηλωμένους σε θρησκείες και άλλες αλήθειες.

Ο οδηγός στο καΐκι που με άφησε λεγότανε Δούρης και μαζί ξεφορτώσαμε κουτιά με τρόφιμα και πέντε μεγάλες νταμιτζάνες με πόσιμο νερό και υποσχέθηκε να με εφοδιάζει κάθε εβδομάδα. "Εκτός αν έχει καιρό! τότε πεθαίνεις!" φώναξε αστειευόμενος. Δεν ξέδεσε αμέσως και παρέμεινε να με παρακολουθεί σάμπως να βεβαιωθεί πως θα έμπαινα στον φάρο.

Όπως στάθηκα μπροστά στην είσοδο δέχθηκα τον ψεκασμό της θάλασσας κι έψαξα με το χέρι ψηλά, πάνω απ' το γείσο τής πόρτας. Σχεδόν έπεσε επάνω μου ένα μεγάλο, σκουριασμένο κλειδί και το ένοιωσα ζεστό μέσ' στην παλάμη. Άνοιξα κι όταν μπήκα διαπίστωσα πως πέρα από την σκάλα που οδηγούσε προς τα επάνω υπήρχε και μια άλλη προς τα κάτω και αναρωτήθηκα τι μπορεί να υπάρχει τάχα κάτω από ένα φάρο. Μια πόρτα οδηγούσε στο δωμάτιο που θα διέμενα και μπήκα. Ήταν ένα πολυχρηστικό δωμάτιο και μόνο η τουαλέτα ήτανε ξέχωρα χτισμένη. Λίγα πράγματα: δύο κρεβάτια, ένα κομοδίνο, ένα γραφειάκι και στους τοίχους ράφια με βιβλία. Όλα ξύλινα.

Αργότερα που βολεύτηκα πλησίασα και κοίταξα τις ράχες των βιβλίων. Άγνωστα βιβλία, τα περισσότερα αφορούσανε φάρους και θάλασσα. Τράβηξα ένα που έφερε τον τίτλο "Ο Άνεργος Φάρος", άνοιξα την πρώτη σελίδα και διάβασα: "Κι όμως υπήρξα πράγματι φαροφύλακας." Αυτή η πρόταση μου έφερε ένα σύγκρυο και βιάστηκα να το κλείσω και να το αφήσω στην άκρη. Αργότερα που το έψαξα δεν το βρήκα, χάθηκε, και πιστεύω πως στην πραγματικότητα πρόκειται για το ίδιο βιβλίο που καταπιάστηκα να γράφω εδώ τώρα.

4 σχόλια:

Katerina είπε...

Σ' ευχαριστώ για το όμορφο ταξίδι που μου χάρισες στον άνεργο φάρο σου...
Φιλιά!!

angelos είπε...

filikous xairetismous "sunadelfe"..

Atalante είπε...

Αρκετά μπορχεσικό. :)

Ανώνυμος είπε...

polu oraia douleia